Στέργια Κάββαλου

Αλτσχάιμερ Trance


Διηγήματα

Στέργια Κάββαλου

Τετράγωνο, 2010
125 σελ.
ISBN 978-960-99040-2-5, [Κυκλοφορεί]
Τιμή € 15,90

 

 Τα διηγήματα της Στέργιας Κάββαλου είναι σαν μικρά πικρά εσπρέσο ριστρέτο. Έτσι, χωρίς ζάχαρη. Μια και κάτω, και μετά η ανάβεις τσιγάρο, η σηκώνεσαι να φύγεις. Αν ήταν ζωγράφος θα ήταν οπαδός του κυβισμού. Αν ήταν αρχιτέκτων θα έκανε μινιμαλισμό. Η γραφή της είναι στεγνή, κοφτή, στερημένη από το περιττό, και στολισμένη απ το αναγκαίο. Οι προτάσεις δεν φενακίζουν, είναι μικρές και καθαρές, που όταν φτάσουν όμως στο μυαλό ξεδιπλώνονται και δείχνουν μεγαλύτερες. Είναι μια γραφή noire αλλά με έναν ήχο από viola da gamba... 

To σημείο της τελείας στα καλύτερά του...

είπαν και ελάλησαν 

IstoparalogionΣήμερα, αύριο, πού, "Η Αυγή", 11.1.2011

Η Στέργια Κάββαλου, με το «Αλτσχάιμερ Trance» των εκδόσεων Τετράγωνο, συλλέγει ιστορίες, παθιασμένες και μονοκόμματες, γλωσσικά και αισθητικά, και θέλει, με δυνατή φωνή, να μιλήσει για τις καθημερινές εμμονές, για τις υπέροχες αμαρτίες των ανθρώπων, για τις βασανιστικές θύμησες από 'να αμφιβόλως βιωμένο παρελθόν. Η γραφή της μπορεί να συναρπάσει, μπορεί και να σε εκνευρίσει· και στις δύο περιπτώσεις, το βιβλίο, κι εσύ μαζί του, βγαίνει κερδισμένο. Και πάνω απ' όλα η συγγραφέας του. 

Αλέξανδρος ΣτεργιόπουλοςΑλτσχάιμερ Trance, "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 626, 23.10.2010 

Το διήγημα είναι λογοτεχνικό είδος με υψηλό βαθμό δυσκολίας. Ο επίδοξος διηγηματογράφος πρέπει να ξεδιπλώσει το όποιο ταλέντο σε περιορισμένο συγγραφικό χώρο. Το λίγο να καλύψει κάθε κενό, λευκό, χώρο. Η επιλογή των λέξεων, των σκέψεων, θέλει μεγάλη προσοχή. Η λιτότητα και η οικονομία του λόγου, θεμέλιος λίθος. Η προσήλωση σ' αυτά τα στοιχεία, απαραίτητη για να αναπτυχθούν οι μικρές ιστορίες. Αυτό όμως είναι το πρώτο βήμα. Για να παρουσιαστεί κάτι ξεχωριστό όμως, το δύσκολο επιβάλλεται να διπλασιαστεί. Να περάσει στον υπερθετικό βαθμό. Να γίνει δυσκολότερο. Η πρόκληση ενισχύει και αξιοποιεί το πρωτογενές υλικό. Η Στέργια Κάββαλου δεν φοβάται και παραδίδει 15 προκλητικά κείμενα, διηγήματα. Το ξεχωριστό στο Αλτσχάιμερ trance είναι η ποιητικότητά του. Ο στοχασμός που εντάσσεται στη σταθερή φόρμα. Μοιάζει με το στιλβωτικό για να λάμψουν τα αντικείμενα. Η διαχείριση όμως θέλει μαεστρία και δύναμη. Η υπερβολή θα ακυρώσει την προσπάθεια. Θα «κάψει» την ιδέα και το μήνυμα θα χαθεί. Η 28χρονη συγγραφέας χρησιμοποιεί με σύνεση και φειδώ τις λέξεις. Φτιάχνει τον κατάλληλο δρόμο για να πει όσα μάζεψε στο μυαλό της, όσα παρατήρησε. Χαρακτηριστικό είναι το απόσπασμα από το διήγημα Χριστούγεννα: Θα βάλουμε τη γιορτή στην αναμονή, θα παγώσουμε φέτος το έλατο. Γίνεται. Το βαρύ συναισθηματικό φορτίο εκτονώνεται σ' αυτή τη φράση. Είναι το αποκορύφωμα της μικρής, δύσβατης, ανηφορικής πορείας. Ο συνδυασμός αμεσότητας και ψηγμάτων λυρισμού διατρέχει την προσπάθεια της Κάββαλου και αναδεικνύει το περιεχόμενο. Οι ιστορίες είναι προσωπικές. Κοινωνικές. Τραγικά ερωτικές. Σπαρακτικές. Φανταστικές, αλλά πολύ κοντά στην αλήθεια. Η ματιά της βλέπει το μουντό σκηνικό τής πραγματικότητας. Μελαγχολία, πίκρα, θυμός, στα διηγήματά της. Το πρώτο πράγμα που βλέπει μέσα της, το εξωτερικεύει. Χωρίς ιδιαίτερη επεξεργασία. Κοφτά, απλά, χωρίς περιστροφές. Με την ποιητική χροιά δεσπόζουσα. Κάθε τέλος είναι και η αρχή για να συνεχίσει ο αναγνώστης αυτό που έδωσε η Κάββαλου.

Killer Writing, "Lifo", τχ. 195, 18.3.2010

Killer writing Η συγγραφέας του Αλτσχάιμερ Trance (εκδόσεις Τετράγωνο) Στέργια Κάββαλου περιγράφει πώς γεννήθηκαν τα δεκαπέντε διηγήματα του πρώτου της βιβλίου.

•Αλτσχάιμερ για το χάσιμο της συνειδητότητας. Trance για το ξύπνημα της αίσθησης. Αλτσχάιμερ Trance για τη διττή υπόσταση μιας φύσης που δεν ξέρει πού πάει, αλλά παίρνει με βία και απόλαυση την κάθε στροφή.

•Το σαλόνι είχε κάνει τις κούτες από τη Γαλλία έπιπλά του. Σουέτ καναπές που φοβήθηκα να λερώσω, κουρτίνες που δεν έφτανα να κρεμάσω και μια γυάλινη τραπεζαρία για γραφείο. Με δαχτυλιές, ξύστρες και τρίμματα γόμας. Τα πρώτα σύνεργα της γραφής πάντα δίπλα στο πληκτρολόγιο να μοιάζουν φθαρμένα από μια χρήση επικουρική. Έτσι και πιάσω μολύβι και χαρτί τρομάζω. Τόσο άτσαλα και απείθαρχα γράμματα ούτε στο δημοτικό. 

•Άνοιξα τον υπολογιστή και ήξερα πως σήμερα θα γράψω. Ξενυχτισμένη από τη γιορτή περίμενα με μάτια κόκκινα από την κούραση και μαύρα από το μακιγιάζ να ξημερώσει. Σαν κόντρα Βαμπιρέσσα που, αντί για σκοτάδια, θέλησε φως. Μετά από τρεις ώρες κοινής ησυχίας και ψυχικού σαματά, διάβαζα τις λέξεις της πρώτης μου ιστορίας. Και είναι τότε που έπαψα να δειλιάζω. Να συναντηθώ με τους ήρωές μου. 

Ακολούθησαν στιγμές λαχτάρας κι ανακούφισης. Μαζί. Sugar Baby, Μerci Πολλά, Σέα in love, Killer. Ανώνυμοι περαστικοί-κομπάρσοι και ονομαστοί δαίμονες των ημερών μου έγιναν ηγέτες της κόλλας. Ό,τι ψιθυρίστηκε αδιάφορα και φοβισμένα θα ακουστεί δυνατά, με φόρα. Σαν κραυγή ωμής τρυφερότητας. Έτσι το αποφάσισα. Εγώ, που όταν έλεγα μάθημα, ήξερα μόνο να κοκκινίζω. 

•Το γυάλινο γραφείο έγινε γόνατα, τραπέζι βεράντας, κρεβάτι. Τα τρίμματα γόμας εξαφανίστηκαν. Δεν είμαι του rewriting. Η ιστορία έχει ήδη γραφτεί την ώρα που γεννιέται η αρχή της μέσα σου. Μετά, όλα είναι prima vista. Όποια στιγμή κι αν κάτσεις να την αποτυπώσεις, βρίσκεις τις σωστές λέξεις. 

•Δεκαπέντε διηγήματα, δεκαπέντε σκόρπιες στο '08 και το '09 μέρες. Με latest προσθήκη την Τwilight zone για το επταήμερο ΤV vs Ρεαλιτέ. Όλα ξεκινούν και καταλήγουν στην παρατήρηση. Πάλι δεν είχα ύπνο. Αυτήν τη φορά δεν περίμενα να ξημερώσει. Κάθισα στο κρεβάτι και άνοιξα το συρτάρι του κομοδίνου. Εκεί είχα φυλάξει το καινούργιο μου τετράδιο. Πήρα στα χέρια μου το καλό στυλό κι άρχισα να σκαλίζω την ιδέα που με ξαγρύπνησε. Με την πειθαρχία που γλυκά μου επέβαλε η ίδια η πορεία της διαδικασίας. Και ηρέμησα. Το βιβλίο είχε τελειώσει.


Ο Κωνσταντίνος Μπογδάνος για το Αλτσχάϊμερ Trance

Μιλώντας πρόσφατα σε πρωινή ραδιοφωνική εκπομπή, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος είπε ότι στην Ελλάδα της γενικής κατρακύλας, της ξεφτίλας και της σχιζοφρένειας, γράφουν οι σημαντικότεροι ποιητές της Ευρώπης. Υποστήριξε με ζέση, ότι υπάρχουν στην Ελλάδα εξαιρετικοί συνθέτες, συγγραφείς και ζωγράφοι. Κατόπιν, ανάφερε ενδεικτικά ορισμένους από εκείνους που είχε κατά νου. Διαπίστωσα, όχι χωρίς μια κάποια απογοήτευση, ότι ο νεαρότερος εξ αυτών είναι σχεδόν πενηντάρης και φυντάνι της λεγόμενης γενιάς της μεταπολίτευσης.

Συνεπώς, ας ξεκινήσουμε από το εξής. Το Αλτσχάιμερ Trance της Στέργιας Κάβαλλου δε μυρίζει αναπαραγωγή περασμένου μεγαλείου, αντιγραφή ή ναφθαλίνη. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν φυλάει τα πουλόβερ της γιαγιάς από το σκώρο, ούτε πως δεν σταυρώνει τη γιαγιά πριν τη βάλει για ύπνο. Αντίθετα, σταυρώνει τη γιαγιά και όποιον άλλο βρει στο διάβα του. Χαρακτήρα και αναγνώστη. Τον βασανίζει, τον εκτελεί και τον αφήνει να επιλέξει αν θα αναστηθεί. Διαβάζοντάς το κείμενο αντιλαμβάνεται κανείς σταδιακά – και μετά από το κλώτσιμα μιας πρώτης οξύτητας – ότι η ελληνική επιφυλάσσει πάντα σκιές αχαρτογράφητες κι ότι ο κόσμος της απομάγευσης – στον οποίο η γενιά μου ωριμάζει – είναι μια μεγάλη μάντρα υλικών για τον λογοτέχνη όχι του μέλλοντος, αλλά του παρόντος.

Η Στέργια Κάββαλου διυλίζει το τίποτα με την ευκολία που κάνει άλματα. Την τάση της προς το ακραίο διεμβολίζει και μαλακώνει η τρυφερότητα – όχι προς τα πρόσωπα, αλλά προς το σύνολο φαινόμενο της ζωής. Σε καμία περίπτωση δεν χωράει στις σελίδες της ο συναισθηματισμός. Στις ιστορίες που το συναπαρτίζουν, το ΑΤ ασχολείται όχι με το σκουπίδι, ούτε το απόρριμμα, αλλά με το ευτελές και το άσημο. Η γραφή δεν ξεκινά με αιτήματα μεγαλείου. Χωρίς αυθεντία, με ευθεία αυθεντικότητα, εναλλάσσει στην αφήγηση πρόσωπα, συχνά μετατρέποντας τα διηγήματά σε σπονδυλωτές διηγήσεις – με εσωτερική λογική που κάνει την ανάγνωση πολλαπλά δυνατή. Διαβάζεις ένα διήγημα πρώτη φορά για να πάρεις μια γεύση. Δεύτερη ώστε να καταλάβεις ποια πρόσωπα εμπλέκονται τελικά στην αφήγηση. Τρίτη για πλάσεις στέρεο χωροχρόνο αξιοποιώντας τα στοιχεία που δίνει η συγγραφέας. Και δεν περνιέσαι για ηλίθιος.


Το τί θεωρούμε σήμερα «καλό βιβλίο» επιδέχεται ίσως πολλές μέρες συζήτησης. Ας λάβουμε ως κριτήριο κάτι απλό και πρακτικό. Καλό είναι ένα βιβλίο το οποίο ολοκληρώνεις και θέλεις να ξαναδιαβάσεις. Όχι μόνο επειδή σου λείπει ο ρυθμός του. Υπάρχουν περισσότερα στις σελίδες του από εκείνα που διέκρινες και πρέπει να τα βρεις. Βέβαια, κανένα κείμενο δεν εγγυάται δεύτερη και τρίτη ανάγνωση. Υπάρχουν αναγνώστες επισκέπτες και υπάρχουν αναγνώστες τουρίστες.

Μια πρώτη δυνατότητα είναι να αντιμετωπίσει κανείς το AT σαν μια αστική περιήγηση στον κόσμο των αντι‐ηρώων. Υπάρχει πολύ περιθώριο εδώ. Τόσο, που επιτρέπει στο εκδοτικό μάρκετινγκ να επενδύσει στο λεγόμενο shock factor. Ένας προτεταμένος μεσαίος δάκτυλος στο εξώφυλλο, δυο χυδαιόμορφα λόγια στο οπισθόφυλλο κι ένα δελτίο τύπου με την περίγραφη μιας σύριγγας στα γεννητικά όργανα, κάνουν εντύπωση. Σε συνδυασμό, πάντα, με το ότι με το ότι προβολή επιφυλάσσεται επίσης στην καλλιτέχνιδα, αρχιτέκτονα και χτίστη του βιβλίου. Διότι η τεμπέλα εποχή μας δεν ασχολείται εύκολα με ανώνυμους εξτρεμιστές. Διψάει για πρόσωπα κι ονόματα. Θεμιτή η μέθοδος, εφόσον πρόκειται να αυξήσει τον αριθμό εκείνων που θα πιάσουν στα χέρια τους το ΑΤ. Κι ας είναι τουρίστες. Κι εκείνοι ακόμα, θα πάρουν κατά τη διαμονή τους στα διηγήματα της κας Κάββαλου φωτογραφίες που θα αξιολογήσουν αφού πια έχουν επιστρέψει σπίτι. Η ουσία – ας εικάσουμε – θα τους πιάσει αργότερα.

Εσείς, όμως, αγαπητοί, που βρίσκεστε εδώ σήμερα, παρακαλείσθε να μην πέσετε στην παγίδα του προφανούς. Σκύβοντας πάνω από τις φράσεις και τις παραγράφους του ΑΤ, σκόπιμο δεν είναι να αναρωτηθεί κανείς αν η Στέργια Κάββαλου έχει ζήσει όσα περιγράφει. Η έρευνα, άλλωστε, είναι το μόνο εργαλείο του συγγραφέα που ανταγωνίζεται σε χρησιμότητα τη φαντασία. Ακόμη και ως οξεία παρατηρητικότητα, λειτουργεί ως ευγενές καύσιμο της φαντασίας.

Σκοπιμότερο, είναι να θαυμάσει κανείς την άνεση με την οποία οι λέξεις του κειμένου στο οποίο αναφερόμαστε επιτυγχάνουν να εισδύσουν σε τόσα και διαφορετικά διαμερίσματα, σε τόσα τοπία, σε τόσους χαρακτήρες. Πώς πραγματεύονται υλική πραγματικότητα και ψυχικό μέρισμα. Την ιστορική τοποθέτηση των συνειδήσεων και τον αδιάκοπο διάλογο του ανθρώπινου νου με το χρόνο της ζωής και της παράδοσης.

Εδώ ας σημειώσουμε κάτι. Μπορεί κανείς να θεωρήσει την παράδοση ως ένα πεδίο με το οποίο οφείλει να εναρμονιστεί. Μπορεί κανείς να πιστέψει ότι αγνοεί τη γενεαλογία του εδώ ήθους και της γλώσσας ως φορέα αναφορών. Και μπορεί να πετύχει μια ισορροπία που προκύπτει από την αποστασιοποιημένη ενσυνείδητη αγάπη για το πριν του κοινού περιβάλλοντος. Η Στέργια Κάββαλου λειτουργεί ως τρυπάνι του σήμερα ακριβώς διότι μπορεί σαν παιδί να βλέπει φαντάσματα και να παίζει μαζί τους.

Αν μια γραφή δεν αντιληφθεί το ημιαστικό παίγνιο των αρχών του προηγούμενου αιώνα, στο οποίο μεγάλωσε η Αγία Μαρία του ομώνυμου διηγήματος, δεν συναισθάνεται το φορτίο του Ματέο που ζητά την παραμύθα του στην Ομόνοια του 2000. Ομοίως, η δεκαεξάχρονη κοπέλα του ‘μάτια μου’, που μιλάει με αποφθέγματα για την αγάπη καλύτερα από ένα τάγμα πατροκοσμάδων, δείχνει προς τον χαμένο παράδεισο μιας μαινάδας τύπισσας που αυτοπυρπολείται ένα βράδυ στα μπουζούκια στο ‘merci πολλά’. Κι ούτε η οικονομική μετανάστευση της ανθρωπιάς το ‘σπίτι του Δούναβη’ ολοκληρώνεται έξω από τη μεγάλη ζωή του μαέστρου στο διήγημα ‘της ελευθερίας’.

Διαβάζοντας το ΑΤ διαπιστώνουμε ότι το εσωτερικό του σκοτάδι είναι τόσο πυκνό που συσπάται στα χέρια μας. Και παίρνουμε μυρωδιά μιας ελληνικής που δεν αποτελεί τη μόνη αξιόπιστη εναλλακτική της γράφουσας. Ας την αποκαλέσουμε, «ελληνική της επιλογής». «Έτσι θα είσαι πρόταση, λέξη και στίξη, διότι έτσι μου φαίνεσαι πως πρέπει να ’σαι.» Το «μου», εν προκειμένω, της Στέργιας Κάββαλου. Παρένθεση: Η επιγραμματική ικανότητα της λογοτέχνιδας και μεταφράστριας που απόψε προσέχουμε ως διηγηματογράφο, είναι αξιοσημείωτη. Τα διηγήματά της είναι διάσπαρτα από στίχους. Ως ποιήτρια του μέλλοντος θα έκανε αίσθηση εάν σταχυολογούσε φράσεις από το ΑΤ και δημιουργούσε με αυτές αυτόνομα ποιήματα. Αφού θα μας έχει προσφέρει, όμως, το πρώτο της μυθιστόρημα.

Αγαπητοί και αγαπητές, υπάρχει γραφή για πέταμα και γραφή προς ανακύκλωση. Τρώμε πολλή γραφή για πέταμα, σερβιρισμένη παντοιοτρόπως. Πιο κρίσιμη είναι η άλλη. Που ανακυκλώνεται. Με τρόπους που δεν αναμένονται πάντα, δεν ορίζονται εκ των προτέρων και δε γίνονται πάντα αντιληπτοί από το συνειδητό.

Πριν δεκαοχτώ χρόνια, στα χέρια μου φύτεψε κάποιος τη Σαρκοφάγο, του Γιώργου Ιωάννου. Σελίδα τη σελίδα και γραμμή τη γραμμή, περιηγήθηκα ως παιδί σε μιαν Αθήνα και μια γλωσσική Ελλάδα εντελώς έξω από εκείνες των βιωμάτων μου. Θυμάμαι όμως, ότι η πραγματικότητα του Ιωάννου παρέμενε συγχρόνως απόλυτα πιθανή και βαθιά ανθρώπινη. Δηλαδή, για να λέμε την αλήθεια, δεν τα θυμάμαι ακριβώς όλα αυτά. Θέλω να πω μάλλον, ότι το κείμενο μου έκανε βαθιά και καταλυτική εντύπωση. Και καθώς, έκτοτε, το φαινόμενο γίνεται με το χρόνο όλο και λιγότερο συχνό, η αίσθηση που μου προκάλεσε το ΑΤ έφερε αυτόματα στη μνήμη μου τη Σαρκοφάγο, δηλαδή ένα βιβλίο που δεκαετίες μετά μέσα μου ακόμα ανακυκλώνεται. Κι αυτό κάτι λέει.

Ας μη βιαστούμε να εφαρμόσουμε κάποιου είδους επιγραφή‐περιγραφή στα διηγήματα του ΑΤ. Ναι, είναι κατά καιρούς μια άσκηση νουάρ. Κι είναι επίσης δόκιμα χαρακτηρίσιμα ως νέο‐μπιτ κομμάτια. Κατά τα άλλα, μπορεί κανείς να ανοίξει τεφτέρια της θεωρίας της λογοτεχνίας και να πιάσει τα μετά: Μετά‐ φεμινιστική, μετά‐δομιστική, μετά‐φιλοσοφική, οριακά μετά‐αστική, ανθρωποκεντρική γραφή. Όλα αυτά χωρίς νόημα αν ένα κείμενο δεν κόβει βόλτες μέσα μας για καιρό με διαρκείς μεταμορφώσεις. Αν δεν παρουσιάζεται δηλαδή στην καρέκλα μας μέσα από μια ξένη σελίδα, δε γίνεται θεατρικό δρώμενο και δεν επιστρέφει απρόσκλητο ως κινούμενη εικόνα.

Ας σταθούμε, λοιπόν, στο σημαντικό του πράγματος. Εδώ έχουμε μια νέα ελληνίδα συγγραφέα που αιτείται της προσοχής μας σε καιρούς απαξίας και ανάδειξης του εύκολου επιφανειακού. Το πρώτο όπλο της, το ΑΤ είναι ένα μικρό φωτάκι αλάρμ, που αναβοσβήνει και μας παρηγορεί, διότι η γλώσσα μας είναι ακόμα εδώ ως εξελίξιμη λαλιά και η κοινή μας εμπειρία μπορεί να εμπνεύσει σημαντικές απόπειρες νέας έκφρασης. Ας ευχαριστήσουμε, λοιπόν, τις εκδόσεις Τετράγωνο για την όσφρησή τους και ας υποδεχθούμε δια του ΑΤ τη Στέργια Κάββαλου με αισιοδοξία γενιάς κι ελπίδα, ότι έχει ακόμα πολλά να μας πει.

Ευχαριστώ.

Κωνσταντίνος Μπογδάνος


Ένα γράμμα στην Στέργια Κάββαλου

Οι μισές σελίδες έχουν επάνω τους δάκρυα.

«Διάβασα επιτέλους το βιβλίο σου. Ξέρω… άργησα, αλλά τελικά απόψε ήταν η στιγμή που ΕΠΡΕΠΕ να το διαβάσω. Ζόρικη, μαύρη περίοδος. Η νύχτα δεν τελείωνε. Έπρεπε κάτι να κάνω να αδειάσει το μυαλό μου. Και να! Έστεκε περίπου ένα μήνα δίπλα στο κομοδίνο μου, περιμένοντας την ημερομηνία λήξης του δικού μου αλτσχάιμερ. Θυμήθηκα! Ξεκίνησα. Επτά το πρωί, στην 125, πήρα ανάσα. Οι μισές σελίδες έχουν επάνω τους δάκρυα. Ναι. Η δική μου φόρτιση βρήκε ξενιστή στα δικά σου λόγια.

Σόρρυ αλλά δεν το θεώρησα ούτε κυνικό, ούτε γροθιά στο κατεστημένο, ούτε ροχάλα στο δήθεν. Έχω την εντύπωση ότι αυτά είναι κριτικές‐κλισεδούρες που δεν ταιριάζουν στα όσα διάβασα. Το θεώρησα αστόλιστο. Σαν ένα παλιό χριστουγεννιάτικο έλατο που είδα χτες σε κάδο σκουπιδιών. Διαλυμένο, γυμνό, αντικατεστημένο προφανώς από ένα φτηνό, κινέζικο, νέο δέντρο των jumbo. Την ιστορία αυτού του δέντρου άκουσα. Γι αυτό δεν με σόκαρε καμία ιστορία σου. Τι να το κάνω το σοκ; Να μπει στη λίστα του σούπερ μαρκετ μου; Φτάνει με τα σοκ. Για μένα ακούμπησαν όλες οι διηγήσεις στο προσκεφάλι μου, σαν νανούρισμα, και με πήρε ένας παιδικός ύπνος μόλις ξημέρωσε. Μου είχε λείψει αυτός ο ύπνος. Προσωπικά νομίζω ότι διάβασα 15 παιδικά παραμύθια, από ένα κορίτσι που βαρέθηκε να παίζουν μαζί του. Που δεν ήθελε νέο δέντρο από τα jumbo. Αυτό ''έζησα''. Και ευχαριστώ.

Υ.Γ. Όσον αφορά στον τίτλο, τελικά κι εγώ αυτόν θα διάλεγα. Πέρα από το γεγονός ότι σου μένει στο μυαλό και σου αφήνει ερωτηματικά, ήταν και το πιο μεστό διήγημα».

Σταυριανός Κιναλόπουλος

Ηθοποιός‐συγγραφέας


zombiebrains.gr Γιώργος "Chinaski" Μουστάκης

(Α true story about the reading of a book)

Τούτο το βιβλίο τελικά  το αγόρασα επειδή έχω την τάση να ανοίγω τα  εξώφυλλα των νέων κυκλοφοριών διαφόρων ελληνικών εκδόσεων και έπειτα, διαβάζοντας δυό-τρεις γραμμές,  να  κτυπώ το μάτι μου δυνατά με την παλάμη μου. Όμως όταν ανακαλύπτω  κάτι καλό μέσα απο όλον αυτό τον οχετό της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, πράγμα σπάνιο ως απίθανο, νιώθω την ανάγκη να το μοιραστώ γρήγορα.

Την μέρα που πήρα το βιβλίο σπίτι αποφάσισα να το στριμώξω ανάμεσα σε έναν κάφκα, που δεν τον πολύ πάω, και σε έναν καλβίνο, που τον χίλιο πάω, και ο λόγος του σάντουιτς ήταν πως το εξώφυλλο μου την έδινε στα νεύρα. Αισθανόμουν πως αυτό το κωλοδάχτυλο προοριζόταν για τον κώλο μου. Και το αστείο είναι πως πράγματι για εκεί προοριζόταν. Οι "ειδικοί" είχαν δίκιο όταν έλεγαν "άσε την γυναίκα να σου βαλει κωλοδάχτυλο, θα γουστάρεις, θα δεις". Κι οσο πολύ και αν αυτό σας υποψιάζει το ξέρω πως δεν θα την γλιτώσετε ούτε εσείς, αργά η γρήγορα θα καθήσετε πάνω του. Μην φοβάστε, τελικά πονάει όσο πρέπει.

Η αλήθεια είναι οτι μέσα σε όλη αυτή την υποκρισία και την ανάγκη του μάρκετινγκ να κατασκευάζει πλαστά images καλλιτεχνών το όλο θέμα του εξώφυλλου έμοιαζε υπερβολικά to strait to the point για να είναι αληθινό.  Έχουμε δεί και Λιβγεράτο - Jim Morrison δηλαδη, του κερατά.

Λοιπόν, για όσο καιρό το βιβλίο παρέμενε επάνω στο γραφείο μου εγώ το γυρνούσα ανάποδα, γιατι είχα την αίσθηση ότι αυτο το κολοδάχτυλο με καρτερούσε. Και παρέμεινε πάνω στο γραφείο για αρκετά μεγάλο διάστημα διότι, πως να το κάνουμε, παρά την αρχική μου θέληση να δώσω την ευκαιρία σε μια φρέσκια γυναίκα συγγραφέα να μπεί κάτω απο το πορτατίφ μου, οι άμυνες μου παρα ήταν ισχυρές για να το δεχτώ και τόσο αγόγγυστα το πραγμα.

Εν τέλη, αφού πέταξα κάπου μακριά το "πίνουμε καφέ και κλαίγαμε"  του Κάφκα και πέρασα πολλές μέρες με την οργασμική πένα του καλβίνο συντροφιά και έμειναν  οι νύχτες μου άδειες μπροστά στο κωλοβάρεμα του facebook, είπα: Ας δώσουμε μια ευκαιρία και σε αυτό το βιβλιαράκι. Και πόσο λάθος ε. Είχα ξεχάσει πόσο σημαντικό είναι να διαβάζεις ένα καλό ελληνικό βιβλίο  που να μιλά δίχως φοβικά σύνδρομα  και με εφόδιο την φαντασία (φαντασία τόση όση ακριβώς μας λείπει και μας χρειάζεται για να μην παρασυρθούμε και χάθούμε εν τέλη απ' την ουσία) στο σήμερα. Όλοι αυτοί οι τάχα μου έλληνες  "καλλιτέχνες", πενιχροί διαχειριστές των λέξεων, που όχι μόνο με άφηναν αδιάφορο αλλά και με έριχναν στην υποτονικότητα απο την οποία για να συνέλθω έπρεπε να κοιτώ τα έργα τους και να αυτοτιμωρούμαι έφαγαν το βαμμένο κολοδάχτυλο που τους άξιζε.

Το βιβλίο αποτελείται απο δεκαπέντε διηγήματα. Καθένα και ένας κλυδωνισμός: Εκείνος που θα κάνει μια τηλεόραση πριν ολότελα να καταπιεί τον θεατή της. Ενός ανθρώπου που θρηνεί τον εαυτό του εμπρός στα ψεύτικα διλήμματα που του δίνουν για να χάνει τον σκοπό της ύπαρξης του. Της ανάνηψης απο την απάθεια όσων ξυπνούνε για πρωί τα μεσημέρια τους. Είναι και πάλι αυτό το δάχτυλο που αισθάνεσαι πως βυθίζεται μέσα σου καθώς διαβάζεις.  Λυτρωτικό; Δεν θα το λεγα. Υπάρχει για να κάνει το momentum των όσων ζούμε αρκετά οδυνηρό για να μας αφυπνίσει. Ο λυρισμός και η πρόζα υπάρχει στο μεσοδιάστημα των λέξεων, εκεί που θα πάρουμε ανάσα για να κοιτάξουμε τον εαυτό μας. Εξάλου, παρουσιάζοντας ένα έργο είναι πάντα σαν να παρουσιάζεις στο κοινό έναν καθρέφτη. Του δίνεις την δυνατότητα να λάβει μια εικόνα του εαυτού του εξ' αντανακλάσεως. Και αυτό ακριβώς είναι που καταφέρνει το βιβλίο. Κάτι που τόσο ανάγκη έχουμε σήμερα να πάθουμε. Κάτι που τόσο σπάνια συναντάμε στην εγχώρια λογοτεχνία πλέον: Να αφεθούμε σε αυτό  το δέος των αντικατοπτρισμών της πραγματικά απενοχοποιημένης τέχνης ωστε στο τέλος να γυρίσουμε ενώπιων του εαυτού μας και κοιτάζοντας τον να λάβουμε την πραγματική του εικόνα να πάλεται.

Δεν ξέρω, ίσως κάποιος να πεί πως τα παραβρόντηξα απόψε, but who gives a shit. Κάποιοι μπορούν και  το κάνουν για πράγματα μεγαλύτερης αξίας ενός άρθρου για την ιστορία της ανάγνωσης ενός βιβλίου.

Thumbs up, The fingers are all yours

Αρνητικό 13



Μαίρη ΓεωργίουΣτέργια Κάββαλου

Τετράγωνο, 2011
163 σελ.
ISBN 978-960-9505-17-8, [Κυκλοφορεί - Εκκρεμής εγγραφή]

Τιμή € 14,90 

Δεκατρία -του θανάτου και της ζωής- γράμματα. Αποβάλλουν το ανυπόφορο. Σπάνε χορδές. Εδώ σπάνε καρδιές. Αν οι ψυχές ίπτανται πλανητικά σκουπίδια σε ρόδες ποδηλάτου, τα κορμιά αυτοσχέδια σβαρνίζουν σε δρόμους του πιο kinky νου. Θηλυκά ζόμπι στις εποχές. Σέρνονται. Σηκώνονται. Κατατονικά. Δυναμικά. Καμία σώμα υγιές, καμία νους υγιής. Εαυτοί που μοιάζουν τέλειοι εχθροί. Κάνουν τους λογαριασμούς να κλείνουν. Τους ξανανοίγουν. Με προδιάθεση αμοιβαίας συμφιλίωσης. Συμμαχούν να πολεμήσουν τις μέρες. Τις κακές. Αν δεν πατήσεις το τακούνι στην άσφαλτο, δεν έχεις δρόμο. Αν δε βάλεις τις λέξεις στη σειρά, δεν έχεις αέρα.


"Η ταυτοχρονικότητα είναι η μεγαλύτερη τσούλα. Την κυνηγάμε δέκα νταβατζήδες μαζί αλλά τα πόδια της θα τα ανοίξει όποτε γουστάρει αυτή. Την απειλήσαμε. Γλίστρες και καρφιά βάλαμε στα πέλματά της, με σπασμένο καθρέφτη χαράξαμε το πρόσωπό της να είναι απίκο, αλλά το κουμάντο το κάνει αυτή. Γιατί είναι η πιο όμορφη. Και το ξέρει, και της το λέμε και δε θα πάψουμε να της το μουρμουρίζουμε στο αυτί. Δε θα πάψουμε να της ζητάμε να έρθει, πάνω της να εκτονώσουμε τα σχέδια και τις λοξές πορείες μας. Μπας και ισιώσουμε. Σε δρόμους. Αμοιβαίους και ισορροπιστές".

Στέργια Κάββαλου

"Η αγάπη είναι ένας σκύλος απ’ την Κόλαση". Κουτσός, στραβός, κουφός κι ανάπηρος. "Στου κουφού την πόρτα παίρνεις την πόρτα και φεύγεις". Το "μαζί" δε θα έρθει ποτέ. Κι ας χτυπιόμαστε στα πατώματα. Κι ας φέρουμε δεκαεκατό νταβάδες να του παίζουν ήττα. Το ταυτόχρονο για να υπάρξει θέλει το χωροχρόνο του. Εμείς έχουμε ούτε χώρο ούτε χρόνο. Τα χωροχρονικά ξεράσαμε, εκτός μας. Άμα δε θέλει η αγάπη, ούτε γυρίζειν ούτε προχωρείν". 

Μαίρη Γεωργίου 

 είπαν και ελάλησαν 

Ξενοφών ΜπρουντζάκηςΑρνητικό 13, "Το Ποντίκι", 6.10.2011

 Αρνητικό 13

Μαίρη Γεωργίου - Στέργια Κάββαλου
ΕκδόσειςΤετράγωνο
Σελ.: 161

Τα καλοκαίρια και οι διακοπές μάς παραδίδουν… άλλους ανθρώπους στη μελαγχολία του φθινόπωρου. Ο λόγος είναι απλός: η καλοκαιρινή μαθητεία στο φως και η γοητεία των βυθών είναι μεθυστικές. Αυτή την υπεροχή της νεανικής ζωής που επενδύει μπόλικη φαντασία και υπερβολικό συναίσθημα στην πραγματικότητα, αφηγούνται μέσα από 13 επιστολές δυο νεαρές, ωστόσο προικισμένες, συγγραφείς: η Μαίρη Γεωργίου και η Στέργια Κάββαλου. Πρόκειται για ένα αφήγημα που εξελίσσεται μέσα από την αλληλογραφία δυο σύγχρονων νεαρών κοριτσιών, τα οποία ξεκινούν τις καλοκαιρινές τους διακοπές κουβαλώντας στις αποσκευές τους προκάτ - μάλλον - νευρώσεις… Οι εντυπώσεις τους, ο προσωπικός τρόπος του βιώματος, η ιδιαίτερη ματιά πάνω στην τρέχουσα ζωή που τις περιβάλλει, μας κρατούν το ενδιαφέρον σ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης. Ωστόσο, το στοίχημα στη λογοτεχνία αρχίζει όταν κλείνει το βιβλίο. Εκεί αναμετριέται το κείμενο με τον αναγνώστη, αλλά και με την ίδια του την ύπαρξη. Έχοντας κατακτήσει ένα ενιαίο αφηγηματικό ύφος που ξέρει να κρατά το ενδιαφέρον, κυρίως με την ικανότητά τους να φωτίζουν τον πολύπλευρο και απαιτητικό κόσμο της νεότητας, τα δυο κορίτσια καταφέρνουν να στρέψουν την προσοχή μας σ’ αυτό που υπάρχει δίπλα μας, αλλά στεκόμαστε μακριά του, και που είναι η άλλη όψη των πραγμάτων που ζητά τον δικό της ζωτικό χώρο, τις δικές της ευκαιρίες, την ευχή και την κατάρα της δικής της αυθυπαρξίας. Οι αγωνίες και η εσωτερικότητα ενός δύσκολου παρόντος αποτυπώνονται μέσα από αυτά τα 13 κείμενα - επιστολές δυο νεαρών φωνών που μοιάζουν απελευθερωμένες από τις αγκυλώσεις του παλιού κόσμου, αν και στην τελευταία επιστολή ο Νοέμβρης του Πολυτεχνείου λειτουργεί περισσότερο σαν αξεσουάρ· κάτι σαν φούστα - μπλούζα…

Επίμετρο του Εκδότη

Η παρούσα συλλογή ιστοριών είναι μια έκδοση αναπόφευκτη, μιας και οι συνθήκες γύρω ερεθίζουν ώστε να ασχοληθεί κανείς δημιουργικά με αυτό το νέο πολιτικό, οικονομικό και, κυρίως, κοινωνικό τοπίο, που ολοένα και αναδιαμορφώνεται. Συνάμα αποτελεί και έναν αναπόφευκτο τίτλο για τις Εκδόσεις Vakxikon.gr, οι οποίες ακολουθούν τη συνθήκη που έχει διαμορφώσει και συνάδουν με την ταυτότητα που έχει σχηματίσει σε κοινωνικό επίπεδο το περιοδικό Vakxikon.gr όλα αυτά τα χρόνια.

Το πρότζεκτ προέκυψε από μια ιδέα και έπειτα από μεγάλη συζήτηση που είχαμε τον περασμένο Μάρτιο στη Θεσσαλονίκη, με τον συγγραφέα και καλό φίλο Ιορδάνη Κουμασίδη, μεταξύ άλλων αρχισυντάκτη του τριμηνιαίου ενθέτου Βακχικονίκη (= Βακχικόν + Θεσσαλονίκη) και ένθερμου υποστηρικτή - συνεργάτη του περιοδικού Vakxikon.gr. Χρονολογία έκδοσης αυτού του ψηφιακού βιβλίου, που ευελπιστούμε σύντομα να γίνει και έντυπο, ορίστηκε ο φετινός Δεκέμβριος, μιας και είχαμε -ορθώς και δυστυχώς τελικά- προβλέψει το α-τοπίο που θα έχει διαμορφωθεί στην Ελλάδα μετά τα Μνημόνια και τις συνήθεις και προβλεπόμενες εκλογικές υποσχέσεις των όποιων νικητών τύπου, "δεν θα υπάρξουν άλλες περικοπές μέσα στο 2012". Ναι, αμέ, πως το θες!

Σε αυτή την έκδοση έχουμε τη χαρά να συμμετέχουν σημαντικές και ιδιαίτερες συγγραφικές πένες της εποχής μας. Όλοι τους ανεξαιρέτως αποδέχτηκαν την πρόταση που τους κάναμε, δείχνοντας μας πόσο λείπουν, περιέργως, τέτοιου είδους κινήσεις και πρωτοβουλίες από τον εκδοτικό χώρο. Τους ευχαριστώ όλους θερμά εκ μέρους των Εκδόσεων Vakxikon.gr, προτρέποντας τους να ακολουθήσουν την προσπάθεια μας και στο μέλλον, σε αυτή την κίνηση που κάνουμε στον ψηφιακό κόσμο του βιβλίου. Τους αναφέρω ονομαστικά, ατάκτως ειρημένα (προς αποφυγή παρεξήγησης): Νίκος Κουνενής, Μαρία Ξυλούρη, Τζούλια Γκανάσου, Βάσια Τζανακάρη, Μαρία Φακίνου, Βαγγέλης Μπέκας, Στέργια Κάββαλου, Μαίρη Κλιγκάτση, Κασσάνδρα Αλογοσκούφι και Ιορδάνης Κουμασίδης.

Η 11η συμμετοχή βέβαια είναι η μόνιμη και διαχρονική "έκπληξη" του περιοδικού Vakxikon.gr. Καθότι δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτή τη συλλογή ο διαβόητος Johnny Handsome, ο γνωστός βωμολόχος που στηρίζει εξ αποστάσεως και χωρίς να τον έχουμε γνωρίσει ποτέ την προσπάθεια μας. Κάπου χαμένος στην ενδοχώρα του Μεξικού αυτή την εποχή, μέσω του ελληνικού συνδέσμου του, μας έστειλε μια underground ιστορία υπαρξιακής και οικονομικής... κρίσης.

Με τούτα και με κείνα, η συλλογή διηγημάτων "Crisis: 10+1 διηγήματα για την κρίση", καλωσορίζεται από τις Εκδόσεις Vakxikon.gr και την ίδια στιγμή αποχαιρετά το δύσβατο και μισητό 2012, προειδοποιώντας ότι την επόμενη χρονιά, σε λίγες ημέρες δηλαδή, οι ιστορίες της θα βάλουν σκοπό ν’ αφυπνίσουν τον κόσμο που παραμένει υπνωτισμένος από την "επόμενη δόση" και την "έξοδο της χώρας από το ευρώ".


Νέστορας Πουλάκος 

Η κόκκινη πινέζα



Στέργια Κάββαλου
εικονογράφηση: Μαρία Πετρούτσου

Ιπτάμενο Κάστρο, 2010
32 σελ.
ISBN 978-960-98761-2-4, [Κυκλοφορεί]

Τιμή € 10,15 

Είμαι σίγουρη ότι στη ζωή σας έχετε δει πολλές κόκκινες πινέζες. Δεν είμαι όμως καθόλου σίγουρη ότι έχετε ακούσει τις ιστορίες τους. Την κόκκινη πινέζα του βιβλίου μας τη γνώρισα το απόγευμα που αποφάσισα πως το κόκκινο θα είναι το χρώμα της οικογενειακής αγάπης. Ήταν λυπημένη γιατί εξαιτίας μιας τρομερής πυρκαγιάς είχε χάσει τις αδελφές της. Αν πιστεύετε κι εσείς ότι η στενοχώρια δεν ταιριάζει ούτε στις πινέζες και ότι για όλους υπάρχει μια οικογένεια, πηγαίνετε στην πρώτη σελίδα για να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. 

είπαν και ελάλησαν  

Κωνσταντίνος ΜπούραςΣτα σταυροδρόμια με κρυμμένα νερά και δράκους, "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 633, 11.12.2010

Η τρυφερή ιστορία μιας πινεζούλας που χάνει τη δουλειά της και τους δικούς της, ξεσπιτώνεται, κυλιέται στις λάσπες του δρόμου, δοκιμάζει διάφορες ανάδοχες οικογένειες και στο τέλος (όπως γίνεται πάντα στα παραμύθια) βρίσκει την ευτυχία και μια αξιοπρεπή θέση εργασίας. Πολλά τα μηνύματα και τα ηθικά διδάγματα κάτω και μέσα από τις προσεγμένες λέξεις αυτού του παιδικού βιβλίου, με τη λιτή, αλλά καίρια εικονογράφηση. Το υποδόριο χιούμορ δίνει μιαν ανάγλυφη διάσταση στην απλότητα με την οποία διατυπώνονται τα νοήματα. 

Το μπλε τριαντάφυλλο



Στέργια Κάββαλου
εικονογράφηση: Μαρία Πετρούτσου

Ιπτάμενο Κάστρο, 2011
34 σελ.
ISBN 978-960-98761-4-8, [Κυκλοφορεί]

Τιμή € 10,00 

Αν κοιτάξετε γύρω σας, δύσκολα θα βρείτε μπλε τριαντάφυλλα. Δεν είναι καθόλου δύσκολο όμως να τα ονειρευτείτε. Το μπλε τριαντάφυλλο της ιστορίας μας το συνάντησα τη μέρα που αποφάσισα πως το μπλε θα είναι το χρώμα της μαγείας του κόσμου. Μιας μαγείας που λίγο λίγο μοιάζει να χάνεται και που τα ενωμένα τριαντάφυλλα της πλαγιάς παλεύουν να υπερασπιστούν. Αν πιστεύετε κι εσείς πως όλοι μαζί μπορείτε να πείσετε τους ανθρώπους να πάψουν να βάζουν τους εαυτούς τους πάνω από την υπόλοιπη πλάση, κλείστε αμέσως θέση στο όνειρο της πρώτης σελίδας και γίνετε σύμμαχοι στην προσπάθεια της φύσης να ξαναβρεί τη χαμένη της ομορφιά. 

Πλαστική Άνοιξη

Στέργια Κάββαλου


ΕΚΑΤΗ, 2013
32 σελ.
ISBN 978-960-408-164-6, [Κυκλοφορεί]

Τιμή € 8,00 

Νεοελληνική ποίηση

Η "πλαστική άνοιξη" κινείται στο υπερρεαλιστικό φάσμα με άνεση, αποδίδοντας εικόνες από μνήμες του παρελθόντος με μια νέα οπτική που καλείται να αποτινάξει την προυπάρχουσα φρίκη και τον σκιώδη τρόμο του είναι, με σκοπό να τονώσει την ελπίδα και την προοπτική υλοποίησης του ονείρου. Ο ρυθμός γρήγορος, σταράτος, ο στίχος αιωρείται άνετα ανάμεσα στο διφορούμενο και την πρόθεση, ο λόγος σίγουρος και άνετος με πινελιές ειρωνίας και προσδοκούμενης τέρψης. 


αβρίλ 

ιδρώτας ποτίζει σαλεμένα λουλούδια. 
άρωμα σκοντάφτει σε ευχετήριες λίστες. 
κεφάλι σκύβει στην έφηβη υγρασία. 
επιθυμία ζυμωμένη με θάνατο, ηττημένη; 

κι εμείς, οι πρωτότοκοι της ζέστης, 
να μασουλάμε το ανθισμένο γάλα. 
εμείς, οι εχθροί της άνοιξης, 
να τριγυρνάμε κόντρα στη Γη.




ελευθερίες

στον ουρανό κάτι παράξενα σπιτάκια.
έπιασα να γλείψω τη σκεπή,
έσβησα του άλλου την καμινάδα,
κλότσησα τις πόρτες.
μα όταν πήγα να χαϊδέψω τα παράθυρα,
πιπίλισα το θυμωμένο μου αίμα.
το έδειξα στη μαμά.
"άλλη φορά μην παίζεις με τα χώματα" είπε. 
μάλωσα τα μάτια και το κεφάλι μου 
και ξανάπιασα τις τσουγκράνες. 

Περιεχόμενα
ελευθερίες
μαμίκα
πίστευε και μη 
φουά κρετιέν 
λαθάκια
αβριλ
ή να μη ζει;
υπάρχοντα
εμμένουσα
βήμα πίσω
μπ+α
ίλνες
σαν άνθρωπος
it's a sin
ξανά και πάλι
ένα-δύο-ένα
πλαστική άνοιξη
υπέρ υγείας
ορκίδιο
Α7
come again
domino
την Κυριακή
παραλίγο
στο χειρότερο
hey, June
της μοίρας σου
12 εβδομάδων
(ε)αυτός

είπαν και ελάλησαν   

Γιώργος Ιατρίδης, Updot.gr 

http://updot.gr/2014/10/30/plastiki-anoixi-stergia-kavvalou/


Πλαστική άνοιξη – Στέργια Κάββαλου

111

Η “πλαστική άνοιξη” κινείται στο υπερρεαλιστικό φάσμα με άνεση, αποδίδοντας εικόνες από μνήμες του παρελθόντος με μια νέα οπτική που καλείται να αποτινάξει την προυπάρχουσα φρίκη και τον σκιώδη τρόμο του είναι, με σκοπό να τονώσει την ελπίδα και την προοπτική υλοποίησης του ονείρου. Ο ρυθμός γρήγορος, σταράτος, ο στίχος αιωρείται άνετα ανάμεσα στο διφορούμενο και την πρόθεση, ο λόγος σίγουρος και άνετος με πινελιές ειρωνίας και προσδοκούμενης τέρψης. Πιο κάτω μπορείς να διαβάσεις δύο ποιήματα της πρώτης ποιητικής συλλογής της Στέργιας Κάββαλου.

12 εβδομάδων

κλωτσάς την κοιλιά μου,
μαζεύω το τρεχούμενο αίμα με τις παλάμες.
ζωντανό.
(σου) κλείνω το μάτι και ξέρω
πως τα δόντια μας δεν θα είναι πια μεταξένια.
τουλάχιστον μέχρι η μυρωδιά της Μήδειας πάψει
να κολλάει στους διαδρόμους.
θα πάψει;

υπάρχοντα

δυο αγχόνες έχω για ποδαράκια
ένα μπουκάλι ούρων για φυλαχτό
τρεις σταγόνες αίμα στο μαξιλάρι μου.

όταν παίρνω λίγη φόρα
καθαρίζω τις γραμμές από τα ημερολόγια
και μεγαλώνω τη ζωή.

στα δάχτυλά μου μετράω ήδη πέντε αιωνιότητες.

_

Στέργια Κάββαλου, Πλαστική άνοιξη
Εκάτη 2013
ISBN: 978-960-408-164-6
photo: Γιώργος Ιατρίδης

Επιπλέον, την Τετάρτη 29 Οκτωβρίου κάναμε μια εκπομπή μαζί με την Στέργια Κ.  στα studio του CR radio. Όπου και η φωτογραφία είναι τραβηγμένη από την ταράτσα του σταθμού.
Μπορείς να  ακούσεις την εκπομπή από εδώ.

my Mixcloud


Φάνης Παπαγεωργίου, Κυριακάτικη Αυγή, Αναγνώσεις

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/ 


5/7/14

Το θυμωμένο αίμα

ΤΟΥ ΦΑΝΗ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ


Άποψη από το περίπτερο της Βραζιλίας

ΣΤΕΡΓΙΑ ΚΑΒΒΑΛΟΥ, Πλαστική Άνοιξη, εκδόσεις Εκάτη, σελ. 32


Έχοντας βιώσει και μοιραστεί με τη γενιά της τη μετεώριση ως κατάσταση καθημερινή και όχι ως εκείνο το ενδιάμεσο στάδιο μεταξύ του κόσμου των μικρών και αυτού των μεγάλων, αλλά ως μια διαρκή αμφιταλάντευση μεταξύ ενός χώρου που ορίζεται από τους τέσσερεις τοίχους του παιδικού δωματίου, με τα αυτοκινητάκια και τις κούκλες δίπλα στον υπολογιστή, μεταξύ των εικόνων του παιχνιδιού και των ερωτικών συνευρέσεων, ενός χώρου που δημιουργείται ως πεδίο αντιθέσεων, η Στέργια επιλέγει να δώσει τη μάχη να ορίσει τις αντιθέσεις μέσα σε μια ενότητα. Σε μια κατάσταση φαινομενικά και πραγματικά αβίωτη για μια ολόκληρη γενιά που δεν ήρθε ως επιλογή, αλλά ως ανάγκη, η Στέργια καταφέρνει και βρίσκει εργαλεία επιβίωσης μέσα από έναν λόγο-αναμέτρηση του χρόνου, φτιάχνοντας το δικό της χρονικό συνεχές όπου οι αντιθέσεις αμβλύνονται και οι τομές εξαφανίζονται, σε αυτό το συνεχές η παιδικότητα όχι μόνο δεν χάνεται ποτέ, αλλά γίνεται ορίζουσα που ξεδιπλώνει τελικά τη ζωή, γίνεται ένα διαρκές παρόν-παρελθόν. Η ποίηση λοιπόν της Στέργιας φαίνεται να αντανακλά τον προβληματισμό και την αγωνία μιας γενιάς καθώς καταπιάνεται με την ίδια την πραγματικότητα, ενώ η αλήθεια των ποιημάτων της φαίνεται να αποτυπώνει τη δική της μάχη ενάντια στη λήθη, «η αλήθεια [άλλωστε] ποτέ δεν κατοίκησε στα δάχτυλα», ακόμα κι αν ισχυρίζεται πως «δεν είναι ώρα να τα βάζω με τα παρελθόντα».


Η παιδικότητα μεσολαβείται μέσα από την μνήμη στο ίδιο το παιχνίδι, που φαίνεται ακατανόητο στα μάτια των μεγάλων, στα μάτια κυρίως της μάνας που συμβουλεύει «να μην παίζει με τα χώματα» ή να «μαζεύει τα παιχνίδια από κάτω». Μια αγιογραφία του παιδιού και του παιχνιδιού απέναντι στον ορθό λόγο των μεγάλων, που «γλιστράει σε μπουρμπουλήθρες και σπάει τα μούτρα του και χαμογελάει», ή του μικρού Χριστού που κλαίει στο απέναντι μπαλκόνι, ενώ ήθελε λίγη πίστη», που είναι η καθαρτήρια μνήμη που «δεν χωράει πια την κόλαση». Ο κόσμος των μεγάλων που συμβουλεύει και δήθεν ξέρει, αποδομείται τόσο ως βολεμένος και χωρίς ενδιαφέρον, όσο κυρίως μέσα από την ασύνειδη και ανορθολογική αποδοχή του λόγου των μεγάλων «μάλωσα τα μάτια και το κεφάλι μου», αλλά και την αποδοχή ότι η μάνα ίσως δεν είναι σαν τους άλλους «τη μέρα που θα πάψεις να χωνεύεις τόσο δηλητήριο». Η αγιοποίηση του κόσμου των παιδιών προσφέρει την αλήθεια εκείνη για την θωράκιση απέναντι στο πέρασμα της ζωής, για την ασφάλεια της χωρίς παρεκκλίσεις και νοθεύσεις της συνέχειας, κάτι που εξηγείται και από μια σειρά βεβαιοτήτων όπως το γεγονός πως «όσο μεγαλώνει ο χρόνος μικραίνουν τα αυτονόητα, όσο φουσκωμένη η θάλασσα φουσκώνουν και οι ματαιότητες», που λειτουργούν ως σταθερές μιας πορείας.

Δυο συνθήματα μου ήρθαν στο μυαλό καθώς διάβαζα αυτό το βιβλίο το ένα “sois jeune et tais toi” καθώς και εκείνο που λέει «η επανάσταση είναι επιστροφή στην αθωότητα». Το πρώτο ειρωνικό βγαλμένο από το Μάη του ’68, το δεύτερο οραματικό και ρεαλιστικό.  Ίσως για την γενιά αυτή, η λύση να στοιχειοθετείται στην παιδικότητα και την αθωότητα ως το πεδίο εκείνο της ρήξης με το υπάρχον, ως πεδίο επανεφεύρεσης του κόσμου.


"ελευθερίες"
στον ουρανό κάτι παράξενα σπιτάκια.

έπιασα να γλείψω τη σκεπή,

έσβησα του άλλου την καμινάδα,

κλότσησα τις πόρτες.

μα όταν πήγα να χαϊδέψω τα παράθυρα,

πιπίλισα το θυμωμένο μου αίμα.

το έδειξα στη μαμά.

"άλλη φορά μην παίζεις με τα χώματα" είπε.

μάλωσα τα μάτια και το κεφάλι μου

και ξανάπιασα τις τσουγκράνες.


Ο Φάνης Παπαγεωργίου είναι ποιητής

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, Βιβλία, ποιήματα, μεταφράσεις και άλλα

http://charalamposgiannakopoulos.com/


Στέργια Κάββαλου: Οικεία και τρομερά

1662280_737409116290373_8874099663328421298_n

Στέργια Κάββαλου, Πλαστική άνοιξη [ποιήματα], εκδ. Εκάτη

Είναι πολλοί και διαφορετικοί οι δρόμοι που μπορεί να οδηγήσουν έναν άνθρωπο στην ποίηση, είτε ως αναγνώστη είτε ως συγγραφέα. Ο δρόμος που πήρε η Στέργια Κάββαλου δεν μοιάζει να είναι από τους πλέον συνηθισμένους κι αναμενόμενους. Αφού, όπως δηλώνει η ίδια, δεν είναι «και η πιστότερη φίλη της ποίησης». Την τρομάζει η αναπόφευκτη αποστολή του ποιητή να συντηρεί ζωντανά στη μνήμη του τα παρελθόντα, να πονάει τον πόνο όλων των ανθρώπων και να παλεύει διαρκώς κόντρα στη συνήθεια και την κανονικότητα. Ίσως και η χωρίς τέλος αγωνία για την καίρια λέξη, απ’ την οποία κρέμεται, όπως ξέρουμε, καμιά φορά ολόκληρος ο κόσμος. Κι έτσι όμως μέσα σε έναν μήνα, τον Ιούνιο του 2012, στρώθηκε κι έγραψε (ή βρέθηκε να έχει γράψει) τα τριάντα ποιήματα της «Πλαστικής άνοιξης», όσα και τα χρόνια της δηλαδή, «σαν γενέθλιο δώρο αυτογνωσίας», καθώς λέει η ίδια.

Το ποίημα με τον τίτλο «χρόνια πολλά» δίνει μια αρκετά ολοκληρωμένη εικόνα των θεμάτων και των τρόπων που θα συναντήσει ο αναγνώστης στο μικρό αυτό πρώτο ποιητικό βιβλίο της Στέργιας Κάββαλου:

χρόνια πολλά

 

τα μισά μου έτη

 

ξεκουράζονται στις κουνίτσες,

τρώνε μόκα παγωτό,

γλιστράνε σε μπουρμπουλήθρες,

σπάνε τα μούτρα τους και χαμογελάνε.

 

τα υπόλοιπα δεκαπέντε

 

ξεφυσάνε καπνούς, μασουλάνε χημείες,

κυλιούνται σε δάκρυα,

σπάνε τα μούτρα τους πονάνε.

 

καθαρίζω από τη vie fumante,

απλώνω κρέμα ματιών,

γεμίζω μπρόκολα το ψυγείο

και κάνω ταμείο.

 

«μπορώ να έχω άλλα δεκαπέντε, παρακαλώ;»

 

Έχουμε και λέμε λοιπόν: η Στέργια Κάββαλου γράφει για την παιδική ηλικία και την ενηλικίωση (τα παιχνίδια και τις γρατζουνιές, τα μπιμπερογάλατα και τη μαμίκα), για το παρελθόν (άλλοτε οδυνηρό και επικίνδυνο και άλλοτε ζεστό και ανακουφιστικό), για το πλησίασμα του άλλου και για τον έρωτα (τα φιλιά και τις εκδορές, τη βία και την τρυφερότητά του), για την αρρώστια και για τον θάνατο («η σκέψη του θανάτου, καθόλου στείρα. / όταν ξυπνάω, γεννάει αυγά. / όταν ξεχνάω, τα αφήνει ορφανά»). Γράφει για όλα αυτά τα οικεία και τρομερά πράγματα που βιώνει η ίδια, για την τρομερά οικεία καθημερινότητα που συνδέει συγγραφέα και αναγνώστη.

Αυτά είναι βέβαια, πάνω-κάτω, τα θέματα με τα οποία ασχολείται η ποίηση όλων των εποχών και όλων των ποιητών. Όπως όλοι γνωρίζουμε όμως, το τι λέγεται στην ποίηση δεν έρχεται ποτέ μόνο του – κι αυτό είναι ίσως ό,τι ξεχωρίζει αυτή την τέχνη από τον πεζό λόγο: ότι το περιεχόμενο και η μορφή, το τι λέγεται και το πώς διατυπώνεται δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να διαχωριστούν και να ξεχωρίσουν ούτε να ιεραρχηθούν ως προς την προτεραιότητα και τη σημασία τους για το τελικό αποτέλεσμα.

Ένα ποίημα ακόμα:

μαμίκα

 

κάθε φορά που καταστρώνω ένα σχέδιο,

στο μυαλό μου απλώνεται η πάχνη του ατελέσφορου.

κι έρχεσαι εσύ και την εξαφανίζεις

ρουφώντας την απ’ τη μύτη.

η μέρα που θα πάψεις να χωνεύεις τόσο δηλητήριο

θα βαφτιστεί πρώτη της ενήλικης ζωής μου.

 

Έτσι γράφει η ποιήτρια: με ειρωνική κι ανατρεπτική διάθεση, κι ακόμα συχνότερα με αυτοσαρκαστική διάθεση, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού και σοβαροφάνειας, με αυθάδεια και θράσος. Το άγχος της ενηλικίωσης, ο πόνος της αρρώστιας, η σκέψη του θανάτου, η αγωνία της προσωπικής ταυτότητας, ο φόβος της συμβατικότητας, είναι όλα παρόντα και ζωντανά μες στα ποιήματα, όπως είναι και στη ζωή όλων μας, αλλά δίνονται με χιούμορ και με παιγνιώδη διάθεση, με εικόνες και ύφος που ξαφνιάζουν και ανατρέπουν την αναπόφευκτη συναισθηματική φόρτιση που προκαλείται από όλα αυτά, χωρίς ταυτόχρονα να αναιρούν την οδύνη ή τη  δραματικότητά τους. Αυτή η εκφραστική τόλμη (που είναι η άλλη όψη μιας τολμηρής και καθαρής ματιάς) είναι ίσως το κύριο χαρακτηριστικό των ποιημάτων της Στέργιας Κάββαλου. Μια τόλμη που θυμίζει μεν την απελευθερωτική επίδραση του υπερρεαλισμού, αλλά δεν κατάγεται από αυτόν, καθώς από την ποιήτρια λείπει η άκαμπτη προγραμματικότητα εκείνων των συγγραφέων και οι φράσεις της ρέουν εντελώς αβίαστα και φυσικά.

Παραδείγματος χάριν, ένα ποίημα που συμπλέκει με εξαιρετικό και απρόσμενο τρόπο τα θέματα του έρωτα, της μνήμης και της παιδικής ηλικίας:

 

ξανά και πάλι

 

φιλιά πεσμένα στο πάτωμα.

 

με χλωρίνη καθάρισα,

τις γλώσσες προσπέρασα.

 

σε καυτές μασέλες γλιστρίζω.

 

και με καταπίνουν τα παρελθόντα,

και με θάβει το σπίτι.

και μου τα έλεγε η μαμά,

να μαζεύω τα παιχνίδια μου από κάτω,

μη σκοτωθώ.

 

Μια τελευταία παρατήρηση. Και στα τρία ποιήματα που διαβάσαμε δίνουν τον τόνο λέξεις που αναφέρονται στην κυριολεξία τους στο ανθρώπινο σώμα: τα μούτρα, τα δάκρυα, τα μάτια, η μύτη, οι γλώσσες, οι μασέλες. Και στα υπόλοιπα ποιήματα το ίδιο: «πιπίλισα το θυμωμένο μου αίμα», «ιδρώτας ποτίζει σαλεμένα λουλούδια», «για να μη μάθεις πόσο ήθελα το σώμα σου», «σταθμίζεις την αρετή στην παλάμη σου», «πιπιλίζω όλες τις εκδορές σου», «κρύβω τα τρομαγμένα σάλια κάτω απ’ το μαξιλάρι». Αυτή η σωματικότητα, η τάση δηλαδή να αποδίδονται δια του σώματος οι καταστάσεις, τα συναισθήματα και οι έννοιες, είναι ένα σταθερό χαρακτηριστικό της ποιητικής γραφής της Στέργιας Κάββαλου· ένα χαρακτηριστικό μάλιστα εξαιρετικά σπάνιο στην ποίησή μας – η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ είναι η πιο εξέχουσα περίπτωση σωματικής ποιήτριας που μου έρχεται πρόχειρα στο μυαλό. Το πιο τυπικό ποίημα αυτής της σωματικότητας, στο οποίο μάλιστα η δράση μεταφέρεται στο εσωτερικό του σώματος, είναι το ποίημα «σαν άνθρωπος»:

καταπίνω έναν θυρωρό.

 

φράζει τις εισόδους,

ξέρει από πειθαρχία,

μοιράζει λογαριασμούς σε οφειλέτες.

 

πηγαινοφέρνεται μέσα μου κύριος.

 

ξεμπλοκάρει τις αρτηρίες,

λούζει τα μυαλά,

ρυθμιστής γίνεται της μάζας μου.

 

τελειώσαμε με καρδιές και νου.

 

στη σπονδυλική μου στήλη θα κατοικεί,

στην όρθια θέση μου θα με κρατά,

μήπως κάποτε μάθω και να κοιτάω ψηλά.

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος

 

556687_610706812293938_738270246_n

Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος, Η εφημερίδα των συντακτών, http://www.efsyn.gr/

vivlia-thema

Είναι όμως οι νεότεροι και οι πολύ νέοι ποιητές που αποτελούν μία από τις πιο παρήγορες πλευρές της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας. Ο Δημήτρης Ελευθεράκης βυθίζεται, στα «Εγκώμια» (εκδ. Πατάκης), στον εαυτό του, στην ιστορία και στη λογοτεχνία και βγάζει στην επιφάνεια εξαίσια ποιητικά ευρήματα. Ο Γιάννης Δούκας στο «Στο σύνδρομο Σταντάλ» (εκδ. Πόλις) συνομιλεί σε τολμηρό έμμετρο λόγο με την πόλη και την εποχή. Η Στέργια Κάββαλου, χάρη στον εκφραστικό και εικονοπλαστικό πλούτο της στην «Πλαστική άνοιξη» (εκδ. Εκάτη), αποτελεί ίσως την πιο αξιοπρόσεκτη νέα φωνή της ποίησής μας.

ας, www.metropolispress.gr

Η Στέργια Κάββαλου έχει αποδείξει, με το παραπάνω και ήδη από το πρώτο της βιβλίο, την ικανότητά της στη μικρή φόρμα. Τα διηγήματά της στο «Αλτσχάιμερ trance» (2010) μυρίζουν δρόμο, τωρινούς καημούς, προσωπικές στιγμές και μαύρα τριαντάφυλλα – είναι διηγήματα επειδή θέλουν να είναι διηγήματα και όχι μυθιστορήματα ελλείψει χώρου. Στην πρώτη της ποιητική συλλογή, τιτλοφορούμενη «Πλαστική άνοιξη» (εκδ. Εκάτη), δεν παίζει με μεγαλεπήβολες λέξεις και βαριά κουλτούρα. Καταγράφει γήινα: «μα όταν πήγα να χαϊδέψω τα παράθυρα, / πιπίλισα το θυμωμένο μου αίμα. /το έδειξα στη μαμά. / ‘άλλη φορά μην παίζεις με τα χώματα’ είπε».

Εφημερίδα ΑΜΑΡΥΣΙΑ, http://www.amarysia.gr


«Πλαστική άνοιξη»/Ποίηση


ΤΕΧΝΕΣ-ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013 17:03
Plastiki-AnixiΤην Παρασκευή 12 Ιουλίου 2013 το βράδυ, η συμπολίτης μας και γνωστή συγγραφέας Στέργια Κάββαλου, παρουσίασε στο «Σπίρτο» (επί της οδού Β. Σοφίας, πλατεία Ηρώων στο Μαρούσι) την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Πλαστική άνοιξη» (εκδ. ΕΚΑΤΗ), μια συλλογή που κινείται στο σουρεαλιστικό φάσμα και με μια γραφή που εκτείνεται επέκεινα του είναι και του φαίνεσθαι, με ρυθμό γρήγορο και στακάτο, που χαρακτηρίζει την Στέργια από το πρώτο της βιβλίο με τίτλο «Αλτσχάιμερ Trance» (των εκδόσεων Τετράγωνο, για το οποίο ήταν υποψήφια ως πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας του περιοδικού «Διαβάζω», υποψήφια για το κρατικό βραβείο λογοτεχνίας, αλλά και υποψήφια στο 1ο φεστιβάλ νέων συγγραφέων του ΕΚΕΒΙ).

Το ποιητικό ύφος της, δεν εκπλήσσει τους αναγνώστες της Στέργιας, οι οποίοι έχουμε διαπιστώσει ότι ακόμα και στο πεζογράφημα, χρησιμοποιεί εκφράσεις γεμάτες λυρισμό και ποίηση, παρά τη σκληρότητά τους και την αυθάδεια απέναντι στο κατεστημένο. Η γραφή της, συνεχίζει να είναι στεγνή, κοφτή, ακανθώδης, δαιδαλώδης και οδυνηρή 

Αποδίδοντας εικόνες από βασανιστικές (ή γλυκές) αναμνήσεις, γράφει στο ποίημα με τίτλο «χρόνια πολλά»: «τα μισά μου έτη / ξεκουράζονται στις κουνίτσες, / τρώνε μόκα παγωτό, / γλιστράνε σε μπουρμπουλήθρες, σπάνε τα μούτρα τους και χαμογελάνε. / τα υπόλοιπα δεκαπέντε / ξεφυσάνε καπνούς, / μασουλάνε χημείες, / κυλιούνται σε δάκρυα, / σπάνε τα μούτρα τους πονάνε. / καθαρίζω από τη vie fumante, / απλώνω κρέμα ματιών, γεμίζω μπρόκολα το ψυγείο / και κάνω ταμείο. / «μπορώ να έχω άλλα δεκαπέντε, παρακαλώ;»».

Ενώ, σε μια έκρηξη ειρωνικού σουρεαλισμού, με δόσεις διφορούμενων εννοιών μέσα από το λαβύρινθο του νου της, γράφει στο ποίημα «ελευθερίες»: «στον ουρανό κάτι παράξενα σπιτάκια. / έπιασα να γλείψω τη σκεπή, / έσβησα του άλλου την καμινάδα, / κλότσησα τις πόρτες. /  μα όταν πήγα να χαϊδέψω τα παράθυρα, / πιπίλισα το θυμωμένο μου αίμα. / το έδειξα στη μαμά. / «άλλη φορά μην παίζεις με τα χώματα» είπε. / μάλωσα τα μάτια και το κεφάλι μου / και ξανάπιασα τις τσουγκράνες.».

ΑΓΓΕΛΙΚΗ ΔΗΜΟΥΛΗ

Στέργια Κάββαλου, Πλαστική Άνοιξη, Εκάτη, Αθήνα, 2013

 Η Στέργια Κάββαλου γεννήθηκε τον Μάρτη του 1982 στην Αθήνα. Αποφοίτησε από το τμήμα Γαλλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΕΚΠΑ και το Τμήμα Λογοτεχνικής Μετάφρασης του IFA. Tο 2010 κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων της "Αλτσχάιμερ Trance" από τις εκδόσεις τετράγωνο με την οποία ήταν υποψήφια για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα του Λογοτεχνικού Περιοδικού «Διαβάζω» για το 2011. Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε το παραμύθι Η κόκκινη πινέζα, πρώτο μέρος της σειράς Τα Χρώματα... Αλλιώς. Το 2011, ακολούθησε το δεύτερο μέρος της σειράς, Το μπλε τριαντάφυλλο απ’ τις ίδιες εκδόσεις και η συλλογή διηγημάτων Αρνητικό 13 σε συνεργασία με τη Μαίρη Γεωργίου απ’τις εκδόσεις Τετράγωνο. Το 2013 συμμετείχε με το διήγημα, Αγορά χρυσού στο συλλογικό έργο Crisis 10+1 διηγήματα για την ελληνική κρίση από τις εκδόσεις Vakxikon. Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα και ηλεκρονικά περιοδικά. Επίσης, έχει μεταφράσει από τα γαλλικά το θεατρικό έργο του Ζαν Ζακ Ρουσώ, Ο εραστής του εαυτού του, απ’ τις εκδόσεις Ηριδανός καθώς και το νούαρ μυθιστόρημα του Yair Lapid, Διπλό παιχνίδι, για λογαριασμό των εκδόσεων Πόλις. Κριτικογραφίες της για βιβλία, συγγραφείς και θέματα πολιτισμού έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά, όπως στην εφημερίδα «6 μέρες» και στο περιοδικό «Ντουέντε».

 Με τη συλλογή Πλαστική Άνοιξη απ’τις εκδόσεις Εκάτη το Μάιο του 2013, κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην ποίηση.

Οι «τόποι» στην ποίηση της Στέργιας Κάββαλου

Ο χώρος στην ποίηση της Στέργιας Κάββαλου είναι το ορισμένο αστικό τοπίο. Το σπίτι, το μπαλκόνι, το λεωφορείο Α7.

Ο χρόνος της συλλογής αφορά το παρόν το οποίο διαφαίνεται ανελέητο και αφήνει ανερμήνευτο και σχεδόν ανέγγιχτο το παρελθόν:

 

 Σκέφτομαι πως δεν είναι ώρα

 να τα βάλω με τα παρελθόντα

 

γράφει η ποιήτρια στο ποίημα λαθάκια.

 

Ο εξωιστορικός χρόνος που χρησιμοποιεί η Στέργια αποτελεί μια φαντασιακή προσέγγιση της χαμένης ουτοπίας του ποιητικού υποκειμένου που του επιτρέπει ταυτόχρονα να είναι ο μόνος υπεύθυνος για το δυστοπικό παρόν του κι έτσι ελέυθερος να γευτεί ηδονικά ή μη –εξαρτάται απ’την περίσταση- τις συνέπειες των πράξεων του. Γράφει στο ποίημα ελευθερίες:

 

στον ουρανό κάτι παράξενα σπιτάκια.

έπιασα να γλείψω τη σκεπή,

έσβησα του άλλου την καμινάδα,

κλότσησα τις πόρτες.

μα όταν πήγα να χαϊδεψω τα παράθυρα,

πιπίλισα το θυμωμένο μου αίμα.

το έδειξα στη μαμά.

«άλλη φορά μην παίζεις με τα χώματα» είπε.

μάλωσα τα μάτια και το κεφάλι μου

και ξανάπιασα τις τσουγκράνες.

 

 Η ποίηση της Στέργιας Κάββαλου έχει τα χαρακτηριστικά της μετανεωτερικότητας με προεξέχον εκείνο της μοναξιάς του ποιητικού υποκειμένου και της δυναμικής διάσπασης του εγώ του. Η διάσπαση αυτή στέκεται ως αντίβαρο στην ιδέα της μίας, εννιαίας και αδιάσπαστης πολιτισμικής ολότητας της ποιήτριας και την μετασχηματίζει σ’ένα πλουραλιστικό σύμπλεγμα ετεροτήτων. Στην Πλαστική Άνοιξη, η ποιήτρια διασπάται και από απόσταση βλέπει τα κομμάτια της να ενεργούν: τα πόδια μου είναι από πλαστικό. όταν φυσάει, τα παρακαλώ στα κρυφά να μην απομακρυνθούν πολύ από το υπόλοιπο σώμα μου, γράφει στο ομώνυμο της συλλογής ποίημα.

 Ο τόπος της επιθυμίας της ποιήτριας είναι η επανένωση των χαμένων κομματιών της και η άφιξη στην ποθητή στιγμή της ενηλικίωσης. Ωστόσο, οι άλλοι είναι εκείνοι που είτε την εμποδίζουν, είτε την εγκαταλείπουν κι έτσι η ενδελεχής ωρίμανση φαίνεται ολοένα και πιό απόμακρη. Άλλοτε είναι η μαμίκα, που την κραταέι στο προστατευμένο περιβάλλον του παιδιού απορροφώντας η ίδια όλους τους κινδύνους – η μέρα που θα πάψεις να χωνεύεις τόσο δηλητήριο/θα βαφτιστεί πρώτη της ενήλικης ζωής μου,

άλλοτε είναι ο εαυτός, που απιστεί στο μη ορισμένο της πραγματικότητας: αν δε φοβόμουν την απόσταση/θα πήγαινα να τον συναντήσω./λίγη πίστη ήθελε (πίστευε και μη).

άλλοτε είναι το κοινωνικό περιβάλλον, που την αποθαρρύνει: σταθμίζεις την αρετή στην παλάμη σου./ζυγιάζεις ακόμα και το περιβάλλον./μα είναι η αυτοάνοση ελεγεία της ήττας/που σε κάνει μέγιστο απορρυθμιστή.

     Τα ποιήματα της Στέργιας είναι σύντομα, σχεδόν ακαριαία, με γλώσσα οξεία και εύστοχη. Με έντονη εικονοποιία η ποιήτρια κατορθώνει να φέρει στον κόσμο της τον αναγνώστη, να τον βάλει να καθίσει απέναντί της και να τον καθηλώσει με το ρεαλισμό των ποιητικών υλικών που χρησιμοποιεί:

τρύπησαν τα σκουπίδια στο σαλόνι,

σημάδι το πήρα κι άρχισα

να πίνω το ληγμένο γάλα,

να μασουλάω τα τσόφλια,

να αλείφομαι τηγανισμένο λάδι.

βρήκα και κάτι μικρά ρούχα,

τα φόρεσα κι αυτά

κι έγινα από βάτραχος πριγκίπισσα.

όταν ήρθε το σκουπιδιάρικο,

μάζεψε την άδεια σακούλα.

καθόλου δε με αναγνώρισε.

             

 

 Με ευχέρεια γλωσσική, η ποιήτρια, ελίσσεται μέσα στη γλώσσα και ανοικειώνει τον αναγνώστη ευχάριστα με τους συνδυασμούς που επιλέγει. Αντιθετικές συνεκφορές όπως η πάχνη του ατελέσφορου (μαμίκα), ένθετες ξένες λέξεις αρμονικά δεμένες με το σύνολο, η απουσία ωραιοποιητικών επιθέτων, καθιστούν την ποίηση της Στέργιας Κάββαλου άκρως ενδιαφέρουσα. Η Στέργια, δε θρηνεί τη χαμένη ουτοπία αλλά υπομένει, ως ποιητικό υποκείμενο, τις μικρές δραματικές μέρες. Στο τελευταίο ποίημα της συλλογής, το λογοπαίγνιο αυτός-εαυτός επαναφέρει την τάση της προς την αυτοαναφορικότητα και την αναζήτηση της ταυτότητας. Την απάντηση τη δίνει η ίδια με μια έξαρση ύμνησης στην ποίηση ως έσχατη, αιώνια και αναπόφευκτη κάθαρση όλων των ετεροτήτων του εαυτού και ολοκληρώνει τη συλλογή της λέγοντας:

με το μολύβι να ακροβατεί με-

ταξύ αβίαστης κοσμικής ροής και οργανικής ματαιότητας.

και σε κείνο το ενδιάμεσο ,που κάποιοι απόγευμα ονόμα-

σαν, να μαζεύει τα ποιήματά του όπως μαζεύει ο άρρω-

στος τους εμετούς του, το πάτωμα να απαλλάσσει από τα

σκόρπια γράμματα και στο χαρτί να τα σφυρηλατεί ξανά

και ξανά και πάλι μέχρι το εν αρχή ην ο λόγος.

 

 Η ποίηση της Στέργιας είναι μια ποίηση σκληρή, μια ποίηση σύγχρονη και συγχρονική της ποιήτριας. Μολονότι στα περισσότερα ποιήματα της συλλογής, το ποιητικό υποκείμενο είναι ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πίσω απ’ τις γραμμές τις κοινωνικές διαστάσεις που δίνει καυστικά η ποιήτρια. Στο ποίημα λαθάκια είναι εξαιρετικά εύστοχη η κριτική της Στέργιας απέναντι στην χριστιανική υποκρισία ενός κοινωνικού γίγνεσθαι που κρατάει την ισχύ του πάνω σε σύμβολα και συμβολισμούς επιφανειακούς.

 Η συλλογή της Στέργιας μοιάζει με σπίτι. Ένα σπίτι όπου συνυπάρχουν γονείς και παιδιά· η Στέργια προτείνει με την ποίησή της να κάνουμε μια στροφή στον μέσα κόσμο της καθημερινότητας. Εκεί όπου τα παιδιά όσο και να προσπαθούν αδυνατούν να ξεφύγουν απ’τη μέγγενη των γονιών: και με καταπίνουν τα παρελθόντα

και με θάβει το σπίτι

 

γράφει στο ξανά και πάλι· τα παιδιά γράφουν ημερολόγιο, ατενίζουν απ’τα παράθυρα και βλέπουν το μικρό Χριστό και ολοένα προσπαθούν ν’απαγκιστρωθούν αλλά κάθε φορά που το επιδιώκουν, αποτυγχάνουν και πεθαίνουν μέσα στο μέσο της απόστασης:

ο θάνατος γεννήθηκε

στα χορτασμένα δεύτερα των λεωφορείων.

 

ακίνητη έμεινα

στη βρόμικη θέση μου,

στο κόκκινο κουμπί,

στη σωστή στάση.

 

άκουγα τη ζωή να με πηγαίνει

εκεί όπου δεν άντεχα να επανορθώσω.

κι είχα τα μάτια κλειστά.

 

χτες πέθανα στο νυχτερινό της επιστροφής.

                                                      (Α7)

 

Ωστόσο, το ποιητικό υποκείμενο βρίσκει τον τρόπο να διαφύγει απ’τον τραυματικό κόσμο που του επιβάλλουν οι άλλοι, να κάνει την τελειωτική υπέρβαση, και αυτό συμβαίνει με την απομάκρυνσή του από τους συναισθηματισμούς και την αντιμετώπιση της πραγματικότητας αλλά και συμβολικά με τη χρήση του προσώπου που στέκεται στην είσοδο των πολυκατοικιών, του θυρωρού. Κι έτσι, όπως γράφει στο ποίημα σαν άνθρωπος:

 

καταπίνω έναν θυρωρό.

 

φράζει τις εισόδους,

ξέρει από πειθαρχία,

μοιράζει λογαριασμούς σε οφειλέτες.

 

πηγαινοφέρνεται μέσα μου κύριος.

 

ξεμπλοκάρει τις αρτηρίες,

λούζει τα μυαλά,

ρυθμιστής γίνεται της μάζας μου.

 

τελειώσαμε με καρδιές και νου.

 

στη σπονδυλική μου στήλη θα κατοικεί,

στην όρθια θέση μου θα με κρατά,

μήπως κάποτε μάθω και να κοιτάω ψηλά.

 

Αγγελική Δημουλή, Ιούλιος 2013


Πλαστική άνοιξη της Στέργιας Κάββαλου

 

Image

Πλαστική Άνοιξη τιτλοφορείται η πρώτη ποιητική συλλογή της Στέργιας Κάββαλου (γεν. 1982)
από τις εκδόσεις Εκάτη. Ήδη από το πρώτο της βιβλίο με τίτλο Αλτσχάιμερ Trance (με το οποίο ήταν υποψήφια
στην κατηγορία Πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του λογοτεχνικού περιοδικού Διαβάζω) η Στέργια
Κάββαλου έβαλε την προσωπική της σφραγίδα στη σύγχρονη λογοτεχνία. Ο τίτλος και μόνο αρκεί
για να μας εισαγάγει η ποιήτρια στον χώρο όπου όλοι μας ζούμε, μα δεν υπάρχουμε και αυτό
γιατί μάθαμε να βλέπουμε χωρίς να κοιτάμε, αφού την προσοχή μας τραβά κάθε τι εφήμερο και ανούσιο. 

Στην Πλαστική Άνοιξη η υπερρεαλιστική θέαση, από την πλευρά της ποιήτριας του χώρου,
καθώς και η μικρή φόρμα είναι τα στοιχεία που δίνουν το ρυθμό στους στίχους
οι οποίοι αποδίδουν τις σκέψεις της Στέργιας. Σκέψεις πάνω στην καθημερινότητα που ζει,
μόνη ή με άλλους, στο δρόμο ή σε ένα δωμάτιο, στο τώρα ή στο πριν,
στο πραγματικό και το φανταστικό και συναισθήματα ανθρώπινα που ζητούν να χλευάσουν,
να στηλιτεύσουν, να εξοργίσουν, φορές να νοιαστούν για τον συνάνθρωπο, για τη μάνα, τον εραστή,
τον ίδιο τον Χριστό.

Μέσα από φράσεις κοφτές ξεδιπλώνεται ο μύθος και το έλεος, η λογική και το άλογο.
Η ποιήτρια Στέργια Κάββαλου ξεγυμνώνεται σε όλους εμάς χωρίς αιδώ,
εκπαιδευμένη όμως «να θυμάται για αιώνια δεύτερα,
να πονά μέχρι τα φοβισμένα κόκαλα της ανθρωπότητας όλης,
να διψά για αντιστροφές, ανατροπές κι αποσχίσεις…» πότε ο εαυτός της, πότε ο κόσμος όλος,
ποτέ όμως σαν μια ακόμα περαστική από την σύγχρονη ποίηση. 

Μαρία Τσιράκου

 

Ερωτευμένη Μπόσα Νόβα


Στέργια Κάββαλου
εικονογράφηση: Μάριος Ιωαννίδης

Ιπτάμενο Κάστρο, 2014
44 σελ.
ISBN 978-960-98761-8-6, [Κυκλοφορεί]

Τιμή € 8,00 

Αν πίσω από κάθε τραγούδι –όπως λένε - κρύβεται μια ιστορία, τότε, πίσω από την «Ερωτευμένη Μπόσα Νόβα» κρύβεται η πιο όμορφη και η πιο παράξενη ιστορία αγάπης.
Η αγάπη μιας κάμπιας για έναν ποντικό. 

Μια μικρή κάμπια χορεύοντας ανέμελη την μπόσα-νόβα της στα καταπράσινα φύλλα ενός ψηλού δέντρου μαζί με τις φιλενάδες της, ακούει ξαφνικά πίσω από τα φύλλα του απέναντι πεύκου, μια φωνή, μια μαγική φωνή που την κάνει να χάσει ξαφνικά τα χορευτικά της βήματα και να πέσει κάτω ζαλισμένη!
Γρήγορα η κάμπια θα ανακαλύψει πως η φωνή αυτή ανήκει σε ένα ποντικάκι που τραγουδάει σε μια μπάντα και θα καταλάβει αμέσως πως ο μικρός αυτός ποντικός είναι ο μεγάλος έρωτας της ζωής της!

Θα βρει άραγε η αγάπη της ανταπόκριση; Θα μπορέσουν να χορέψουν μαζί μια «ερωτευμένη μπόσα νόβα»; 

«Η ερωτευμένη μπόσα νόβα» - ένα βιβλίο όχι μόνο για παιδιά,αλλά και για ενήλικες – είναι ένας μικρός παραμυθένιος ύμνος στη διαφορετικότητα και στην υπερβατική, μεταμορφωτική δύναμη της αγάπης. 

είπαν και ελάλησαν 

Αγγελική Λάλου, Tαξιδεύοντας στα "φύλλα" των πιο όμορφων παιδικών βιβλίων, www.childit.gr


"Ξεφυλλίζοντας το φθινόπωρο"

Τώρα που πέφτουν τα φύλλα των δέντρων, εμείς ταξιδεύουμε στα φύλλα των πιο όμορφων παιδικών βιβλίων

της Αγγελικής Λάλου

 

 

bosanova.jpg

"Η ερωτευμένη Μπόσα Νόβα"

Συγγραφέας: Στέργια Κάββαλου

Εικονογράφηση: Μάριος Ιωαννίδης

Εκδόσεις: Ιπτάμενο Κάστρο, 2014

Ένα τρυφερό παραμύθι γεμάτο χρώματα, μουσική, ζώα του δάσους... μα πάνω απ' όλα γεμάτο αγάπη! Αγάπη για τη ζωή, για την ομορφιά, για τη διαφορετικότητα. Η ιστορία μιας μικρής χορεύτριας κάμπιας που ερωτεύεται έναν τραγουδιστή ποντικούλη και βιάζεται να μεγαλώσει για να γίνει πεταλούδα. Τι θα γίνει όταν ξυπνήσει μια μέρα και είναι όντως πεταλούδα αλλά με μαύρα φτερά; Θα ξεκινήσει ένα ταξίδι γνώσης για να καταλήξει να βρει την ομορφιά... Πού αλλού; Μα στην αγάπη! Ένα υπέροχο βιβλίο που θα το ερωτευτούν μικροί και μεγάλοι...

Σελίδες: 43

Ηλικία: 4+ 

Φαμιλιάλ


Στέργια Κάββαλου

Εκδόσεις Μελάνι, 2014
96 σελ.

ISBN 978-960-9530-77-4, [Κυκλοφορεί - Εκκρεμής εγγραφή]
Τιμή € 9,00 

Επτά το απόγευμα και Ιούνης. Μοιάζει ξημέρωμα και φθινόπωρο. Τη χθεσινή νύχτα έβρεξε. Δρόσισαν τα χ(ρ)ώματα. Ο αέρας καθαρός, σχεδόν εισαγόμενος. Μυρίζει Λυών. Μυρίζει πάνω κάτω βόλτες στον Ροδανό. Οι μεγαλύτερες ομορφιές μιας πόλης αράζουν στις αποβάθρες της. Έτσι κάναμε κι εμείς. Ξαπλώναμε στα τεχνητά γρασίδια, ανάσκελα με τα χέρια ανοιχτά κι αγκαλιάζαμε. Πότε τον ουρανό, πότεο ένας τον άλλο.   
     Όλες οι μέρες κοντά στο ποτάμι θυμίζουν Κυριακή. Όχι εκείνη τη μελαγχολική των εφηβικών σου χρόνων. Την άλλη, την καινούργια. Εκείνη που την περπατάς χέρι χέρι. Που ταΐζεις το αγαπημένο σου στόμα μπάλες παγωτό. Που βάζεις ηλίθια στοιχήματα και γελάς όταν τα χάνεις. Γιατί πάντα χάνεις, αλλά τι πειράζει; Αφού πάλι κερδίζεις στην αγκαλιά. [...]


Η Στέργια Κάββαλου στα διηγήματά της, όπως ακριβώς και στις ποιητικές της συλλογές, δρα συνειδητά ενάντια στην αναγνωστική ανία. 
Ο Ιησούς από το Μπέβερλι Χιλς, ο Gramsci στις σαπουνάδες του Συντάγματος και μια νύφη που βουρτσίζει τα δόντια της με αντηλιακό. Η φρουτόκρεμα του Σούπερμαν, μια δυστυχισμένη Μόνα Λίζα και οι λεμονιές που πάγωσαν στην αυλή του παππού. 
Δεκαοκτώ φαμιλιάλ ιστορίες αναμνηστικής και μελλούμενης ενηλικίωσης.

Φαμιλιάλ όπως λέμε οικογενειακός. Όπως λέμε οικείος. 

είπαν και ελάλησαν 

Κώστας Στοφόρος ("Δρόμος της Αριστεράς")

Φαμιλιάλ






Είμαι σίγουρος πως αν ζούσε ο Αντρέ Μπρετόν κι είχε πέσει στα χέρια του το«Φαμιλιάλ» θα περιελάμβανε σίγουρα κάποια από τις ιστορίες της Στέργιας Κάββαλου στην Ανθολογία του Μαύρου Χιούμορ

Θα μπορούσαν να είναι τα θραύσματα ενός οικογενειακού χρονικού, συχνά δοσμένου μέσα από τα μάτια των παιδιών. Αλλά με μια αθωότητα αιχμηρή. Σκληρό και τρυφερό, με πινελιές μαύρου χιούμορ, με την ομορφιά και τα αγκάθια του αχινού που αργοκουνιέται βγαίνοντας από τη θάλασσα. Ιστορίες σε κάποιες περιπτώσεις συγκλονιστικές, όπως η Μόνα Λίζα, με ένα κορίτσι του χωριού, από εκείνα τα κορίτσια που γεννούν τον πόθο, αλλά σπανίως κάποιος θα βρει τι κοχλάζει κάτω από την επιφάνεια.

Ξεκινώντας από το «Μόνη σου» το βιβλίο μας ανοίγει μόνο του το δρόμο στον ιδιότυπο κόσμο που δημιουργεί με τις ιστορίες της η συγγραφέας του Φαμιλιάλ. Η νύφη που ετοιμάζεται, αλλά κάτι δυσοίωνο πλανιέται που θα οδηγήσει σε ένα αναπάντεχο τέλος. Για όσους δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο θα αποφύγω να μιλήσω για το πώς τελειώνει το κάθε διήγημα καθώς μερικά είναι –αν μου επιτρέπεται η έκφραση- μικρού μήκους θρίλερ.

Το άλλο θέμα που εισάγεται από το πρώτο διήγημα είναι οι σχέσεις μητέρας – κόρης. Η Στέργια Κάβαλλου δεν ονόμασε τυχαία «Φαμιλιάλ» το βιβλίο της. Όλες οι οικογενειακές σχέσεις μπαίνουν στο στόχαστρο.

Στο αμέσως επόμενο διήγημα της, το Only youo μικρός 9χρονος Οιδίποδας θα κάνει τα πάντα για να έχει δική του τη …μαμά.

Σύμβολο- κλειδί ενός κοριτσίστικου κόσμου είναι η Μπάρμπι, που εμφανίζεται σε πολλές από τις ιστορίες. Το «Μπορείς» ξεκινάει με μια τεμαχισμένη κούκλα. Περιέργως το διήγημα αυτό που ξεκινά σαν θρίλερ είναι από τα λίγα του βιβλίου με μάλλον τρυφερό κι αγαπησιάρικο τέλος. Η συγγραφέας είναι λάτρης των ανατροπών και μας εκπλήσσει κάθε φορά  με τον τρόπο που διαπραγματεύεται τις ιστορίες της. Άλλο δρόμο θα ακολουθήσει στο Paradise City, όπου το τέλος θα είναι εξαιρετικά σκληρό, όπως και στο τσαφ τσουφ…

Στο «Παίξε μπάλα» εισβάλλει στο βιβλίο η πολιτική και οι «Αγανακτισμένοι» της πλατείας Συντάγματος. Ήρωάς της ο μικρός Γκιγιόμ. Από τα δεκάδες πανό με συνθήματα το πιο εμπνευσμένο ήταν το δικό του. «Παίξε μπάλα». Γιατί δεν θα είναι όλα τα ραντεβού προγραμματισμένα και αλληλέγγυα. Γιατί το ζητούμενο είναι η επιβίωση σε παντός είδους τερέν.

Από τα πιο τρυφερά διηγήματα είναι το μεγάλος να γίνεις. Που ξεκινά αστεία «Δυο πράγματα φοβούνται οι Έλληνες. Τη δουλειά και το νερό» για να μας χαρίσει στιγμές που μου θύμισαν το δέντρο που έδινε. Μόνο που αυτή τη φορά εκείνος που δίνει είναι ο παππούς.

«Την αποψινή γενέθλια νύχτα χιόνισε ξανά. Η καρδιά του παππού σταμάτησε λίγα λεπτά πριν σημάνουν μεσάνυχτα. Οι λεμονιές του κήπου έσκυψαν τα ψηλά κλαδιά τους σε αγκαλιά, σήκωσαν το πεσμένο στη γη σώμα και το ύψωσαν με ολονύκτιο κόπο στον ουρανό. Η κίνηση της προσπάθειάς τους έδιωξε από τα φύλλα και τους καρπούς τους το χιόνι. Τα δέντρα είχαν σωθεί».

Το καρμαζέλ, ένα ακόμη εξαιρετικό διήγημα της συλλογής που δείχνει τις λεπτές γραμμές της παιδικής βίας. Των μικρών τίποτα που διαλύουν τη ζωή μας. Παράλληλα νομίζω είναι ένα αριστοτεχνικά φτιαγμένο θρίλερ που θα μπορούσε να γίνει μια ταινία αγωνίας. Άλλωστε «σταχτοπούτες και πριγκίπισσες είναι για όλα ικανές», όπως γράφει και η συγγραφέας.


Το διήγημα με τα πνιγμένα playmobil ή το «δυο φορές θάνατος» όπου η ηρωίδα θέλει να δει τον Χριστό να σταυρώνεται και στη μικρή οθόνη, στην ταινία του Τζεφιρέλι για να πιστέψει, ακόμη μια φορά μας οδηγούν στον κόσμο των παιδιών.

Στον ίδιο κόσμο και στη σκληρότητα των ενηλίκων αναφέρονται δυο από τα πιο ενδιαφέροντα διηγήματα τα «Ξυλοκούλουρα» και το “Marlboro Lights”. Στο πρώτο ο θάνατος του παππού και πως τον διαπραγματεύονται οι δυο ξαδέλφες (πάλι η Μπάρμπι κάνει την εμφάνισή της)  και πως οι μεγάλοι –ο πατέρας στη συγκεκριμένη περίπτωση αδυνατεί να κατανοήσει την προσπάθεια της κόρης του να τον παρηγορήσει και να παρηγορηθεί.

«Ο θάνατος είναι ένας κύριος απότομος και σοβαρός που χαμπάρι δεν παίρνει από αστεία. Κύριος που μετακομίζει από το πεθαμένο σώμα σε εκείνους που μένουν πίσω και τους κάνει κουβάρια με βαριά χέρια και άλυτες φωνές. Ορκίζομαι ποτέ να μην τον αφήσω να μετακομίσει μέσα μου. Ζωή σ’ αυτούς»

Όπως ο βίαιος πατέρας του δεύτερου διηγήματος που η κόρη του κρύβει την κούτα με τα Μάρλμπορο για να τον γλιτώσει από τις κακές συνήθειες. Ακολουθεί η βία, μια απελπιστική βόλτα στη θάλασσα και η μικρή της ιστορίας καταλήγει στην απόφαση να αφήσει τους μεγάλους να καταστρέφονται με την ησυχία τους. Μακάρι να το είχε στείλει στον Γ διαγωνισμό διηγήματος Στέλιος Ξεφλούδας με θέμα «Καπνός». Θα το είχαμε τώρα (και) στην ανθολογία μας.

Kill the cat. Μια γιαγιά που δεν θυμίζει καθόλου τα στερεότυπα και είναι μια συστηματική ζωοκτόνος, μέχρι που όλα αλλάζουν στη ζωή της…  Μια διαφορετική εκδοχή της ζωοοφιλίας.
Όσο για το Morning Glory σε άλλο μήκος κύματος περιγράφει το ξύπνημα μιας οικογένειας αστέγων…

Με ένα μυστηριώδη τρόπο εκεί που με ταξιδεύει η ποίηση συναντώ το διήγημα. Αυτή τη μικρή φόρμα που μας έχει χαρίσει μάλλον τις καλύτερες στιγμές στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Και μια τέτοια στιγμή -ή μάλλον πολλές στιγμές- μας χαρίζει η Στέργια Κάββαλου με το Φαμιλιάλ της 

Μαζί με τη Βασιλική Πέτσα, τη Niemands Rose και άλλες νέες συγγραφείς, η Στέργια Καββάλου ανοίγει άλλα μονοπάτια σε αυτό που ονομάζεται «γυναικεία γραφή» και δεν έχει καμία σχέση με τα υποπροϊόντα της «ροζ λογοτεχνίας»…. 


Αλέξανδρος Στεργιόπουλος

Φαμιλιάλ

Στέργια Κάββαλου, Εκδόσεις Μελάνι

φαμιλιαλ1
Γράφει: Αλέξανδρος Στεργιόπουλος - Λογοτεχνία + Ποίηση - 08/03/2015

φαμιλιαλΦαμιλιάλ, διηγήματα, Στέργια Κάββαλου Εκδόσεις Μελάνι 

Η Στέργια Κάββαλου στην πιο τρυφερή στιγμή της. Στην πιο οικεία και αληθινή… Η αλήθεια όμως όπως είναι. Με τις γωνίες, τις βρομιές, την τραχύτητα της… Οι 18 ιστορίες του βιβλίου είναι τα θραύσματά της, αφού το ανοίκειο συγκρούεται με το οικείο. Διαδικασία αναπόφευκτη και απαραίτητη αν θέλουμε να δούμε τα πράγματα όπως είναι. Γλυκόπικρα, αλλά αληθινά. Η συγγραφέας επιβιβάζεται στον χρόνο που δεν γυρίζει πίσω και μελετά τα ίχνη που αφήνει. Αχνοφαίνονται, αλλά πρέπει το βλέμμα σου να εστιάσει και το θάμπος του να τα αποκαλύψει. Αν γίνει, τότε θα δεις ότι το “Φαμιλιάλ” έπεται του ανοίκειου. “Ανφαμίλιαρ”.

Η Κάββαλου, λοιπόν, πιάνει το νήμα από την αρχή και μας εξηγεί γιατί είναι “αόρατο ατσάλι”. Είναι οι δοκιμασίες που μας κάνουν και αντέχουμε (;). Μας κάνουμε να ερωτευόμαστε, να αγαπάμε, να νιώθουμε. Να κρατάμε το μετείκασμα της ζωής (μας) όταν αυτή ξεσπά. Και τα ξεσπάσματά της δεν είναι πάντα ευχάριστα. Δεν έχουν πάντα γλυκιά γεύση και ζαχαρωμένο ύφος. Ο ήχος τους, αν και υπόκωφος, είναι καθαρός. Ξερός. Σαν μέταλλο που πέφτει με ορμή στο έδαφος. Όπως και μια κοινωνία. Που πέφτει. Σημασία όμως δεν έχει η πτώση, αλλά η πρόσκρουση, όπως αναφέρεται και στο “Μίσος” του Μ. Κασοβίτς.

Το “Φαμιλιάλ” αφορά πτώσεις που άλλοτε ήταν μοιραίες, άλλοτε όχι. Σίγουρα αυθεντικές και σκόπιμα δυσδιάκριτες. Η Κάββαλου τις ξετρυπώνει, τις μεταπλάθει, τους δίνει κάτι από την κινητήρια δύναμη της λογοτεχνίας. Χωρίς να υπάρχει κάτι περιττό στον λόγο της, τοποθετεί τις ιστορίες της σε ποιητικό υπόστρωμα. Η ευαισθησία και ο σκληρός ρεαλισμός συνοδεύουν τη λιτότητα και την οικονομία στην αφήγησή της. Σφιχτός ρυθμός και ακρίβεια στη διαδικασία. Το “Φαμιλιάλ” δεν σε αφήνει να ησυχάσεις. Να ξεχαστείς. Προφανώς δεν ήταν επιδίωξη της Κάββαλου. Να αφυπνίσει ίσως ήθελε, να προβληματίσει, να ενημερώσει.

Πάνω απ” όλα να μας συστήσει το ανοίκειο και να καταλάβουμε την αξία της απώλειάς του. Να κατανοήσουμε ότι χωρίς πόνο δεν μπορεί να “φωνάξει” η ζωή. Η Στέργια Κάββαλου ταξιδεύει στην ασταμάτητη ροή του χρόνου, ακούγοντας τη βουή του κόσμου που δεν φαίνεται. 

 

 

Άκης ΠαπαντώνηςΑφηγήσεις εξ αίματος, "Εφημερίδα των Συντακτών", 4.10.2014

Αφηγήσεις εξ αίματος

ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ «Ανέστιος. Ημερολόγια» Μυθιστόρημα Αγρα, 2014, σελ. 139 ΣΤΕΡΓΙΑ ΚΑΒΒΑΛΟΥ «Φαμιλιάλ» Διηγήματα Μελάνι, 2014, σελ. 94 ΝΙΚΟΛΑΣ ΚΑΛΟΤΕΡΑΚΗΣ «Κόκκινο Panda» Νουβέλα Γαβριηλίδης, 2014 

Του Ακη Παπαντώνη

 

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΑΣΑΡΓΙΩΤΑΚΗ

ΚΑΛΛΙΟΠΗ ΑΣΑΡΓΙΩΤΑΚΗ

Τι κοινό μπορεί να έχουν ένας άστεγος πλάνητας, ένα ερωτευμένο ζευγάρι και τα μέλη μιας σειράς ταλανισμένων οικογενειών (ή ίσως της ίδιας); Σε ποιο σημείο του αφηγηματικού χώρου και χρόνου συναιρούνται οι ημερολογιακές καταγραφές ενός καθαιρεμένου καθηγητή Πανεπιστημίου, η πρωτοπρόσωπη αργκό δύο νέων και οι πολυπρισματικές εξιστορήσεις περί δεσμών αίματος; Τέλος, πώς διαχωρίζεται το επίκαιρο από το ζέον και το υπαρκτό από το κρίσιμο στο πλαίσιο μιας ιστορίας που διαδραματίζεται στο σήμερα;

 

Η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, ακαδημαϊκός στη Φιλοσοφική Σχολή του ΑΠΘ, κτίζει ένα μυθιστόρημα μεταμφιεσμένο σε προσωπική μαρτυρία. Μάλιστα, στο επινοημένο σημείωμα του «επιμελητή της έκδοσης» μας πληροφορεί πως τα ημερολόγια που παρουσιάζονται ως μυθοπλασία είναι πραγματικά. Το βιβλίο χωρίζεται, κατά συνέπεια, σε πέντε ημερολόγια —τετράδια 1 έως 5— τα οποία γράφει ο Η. Κ., ηλεκτρολόγος-μηχανικός, πρώην επίκουρος καθηγητής του Μετσόβιου Πολυτεχνείου και πρώην οικογενειάρχης, νυν άστεγος και, συν τω χρόνω, αναστοχαστής της προσωπικής του διαδρομής. Ο πρωτοπρόσωπος μονόλογος του ήρωα, όπως μας δίνεται κβαντισμένος μέσα από τα πέντε τετράδια, είναι γραμμένος σε μια γλώσσα, αν όχι εξεζητημένη, σίγουρα λόγια.

 

Η ροή της αφήγησής του μπορεί να αναλυθεί σε τρεις συνιστώσες: στην αναδρομή στο παρελθόν (οικογένεια, δουλειά, ακαδημαϊκή ζωή), στον φιλοσοφικό αναστοχασμό πάνω στην ανθρώπινη συνθήκη εν μέσω ανέχειας (με σαφείς αναφορές στην τωρινή κρίση) και σε απόπειρες ηθικολογικής αποδόμησης των δύο προηγούμενων. Κι αν η προσωπική αναδρομή είναι μια καλοδεχούμενη είσοδος για τον αναγνώστη στην πλοκή πίσω από την πλοκή, κι αν ο αναστοχασμός για την ανέχεια, την (με όρους σύγχρονης κοινωνικής αντίληψης) αποτυχία ή την κατάρρευση είναι δοσμένος με σαφές στίγμα, οι ηθικολογίες (π.χ. για τον ρόλο του τηλεοπτικού μέσου) συχνά φαντάζουν εξωκειμενικές παρατηρήσεις. Επιπλέον, ο τρόπος και ο τόνος της αφήγησης, με εξαίρεση ίσως τα δύο τελευταία τετράδια, δείχνουν έναν άνθρωπο τον οποίο δεν έχει καταβάλει η ανεστιότητα. Ο λόγος του δεν θρυμματίζεται σταδιακά, δεν αποδομείται η σύνταξη ή η τετραγωνισμένη σκέψη του, δεν λιγοστεύει η αφηγηματική του «αναπνοή».

 

Στη συλλογή διηγημάτων της Στέργιας Κάββαλου ο τίτλος, «Φαμιλιάλ», παίζει με το νόημα των λέξεων «οικογενειακός» και «οικείος» —το ίδιο επιχειρούν και οι ιστορίες της. Στην πλειονότητά τους οι ήρωες των ιστοριών είναι νεαρής ηλικίας, εγκλωβισμένοι σε ακόμα νεαρότερη (συναισθηματική) ηλικία, προφανώς λόγω της ασφυκτικής οικογενειακής αγκαλιάς, ενώ μιλούν (αφηγούνται) σε μια γλώσσα υβριδική, όπου εκφράσεις νεανικής αργκό αναμειγνύονται με αγγλικά punchlines και παραφθορές της καθομιλουμένης.

 

Τα δεκαοκτώ διηγήματα εστιάζουν στον πυρήνα των δεσμών αίματος, όμως —κατά την παρούσα ανάγνωση— η Κάββαλου έχει κύριο μέλημα την επαναδιαπραγμάτευση αυτού που θα μπορούσε να ονομάσει κανείς «επικαιροποιημένη αφήγηση», δηλαδή «επικαιροποιημένη χρήση της γλώσσας». Οι λοξές ιστορίες της πάντως, αν και προσπαθούν να φωτίσουν μισοκρυμμένες πτυχές της διαδικασίας της ενηλικίωσης, συχνά σκοντάφτουν στην τεχνητή γλώσσα (π.χ. «Στα black-lights φώτιζαν τα λευκά σοσόνια [...]» και πιο κάτω «Εν αρχή ην η γεύση», σελ. 21). Πάντως, σε ιστορίες όπως το καλό μπονζάι «Drowned world» η αφηγηματική οικονομία, παρά την εκζήτηση του τίτλου, κεντρίζει καίρια το αναγνωστικό αισθητήριο.

 

Η νουβέλα του Νικόλα Καλοτεράκη περιστρέφεται γύρω από τον ίδιο της τον τίτλο: το «κόκκινο Panda» είναι τόσο η πρωταγωνίστρια της αφήγησης, από το δίπολο δύο ερωτευμένων νέων, όσο και το αυτοκίνητο Φίατ που η ίδια οδηγεί στο όριο. Η γλώσσα του Καλοτεράκη, μέσα από τις κατ’ εναλλαγή πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις άντρα και γυναίκας, έχει συγγένειες με εκείνη της Κάββαλου. Λείπει η χρήση αγγλικών όρων και το ονειρικό στοιχείο, όμως κυριαρχεί η νεανική (ή νεανίζουσα) αργκό και, συχνά, ο (πειστικός) ρυθμός παραμιλητού. Τα στοιχεία που αποτελούν το καύσιμο της πλοκής είναι η γνωριμία, η περιδίνηση και ο χωρισμός των δύο —εκείνος ερασιτέχνης μουσικός, εκείνη καταθλιπτική και μανιώδης οδηγός. Στο φόντο η Αθήνα της τελευταίας δεκαετίας οριοθετεί χρονικά την ιστορία. Το ερώτημα όμως που επιχειρεί να απαντήσει ο συγγραφέας ποιο είναι και πώς συναντά εκείνα των δύο πιο πάνω βιβλίων;

 

Σύμφωνα με τον γράφοντα, και τα τρία βιβλία, παρά τη διαφορά αφηγηματικού τρόπου, τη διαφορετική οπτική ή την ετερογένεια των χαρακτήρων τους (ο μεσήλικας της Δεληγιώργη, οι δυο νέοι γύρω στα 25-30 του Καλοτεράκη, οι ακόμα νεότεροι —έως και παιδιά πέντε ετών— της Κάββαλου), πραγματεύονται την αιματηρή διεργασία της ενηλικίωσης, επισημαίνοντας πως αυτή ενδέχεται να προκύψει οποτεδήποτε κατά τη ζωή ενός ανθρώπου, ή και ποτέ. Επίσης, παρά τις εμφανείς (στην περίπτωση του «Ανέστιου»), υπόρρητες (στην περίπτωση του «Κόκκινου Panda») ή δεδηλωμένες (π.χ. στο διήγημα «Παίξε μπάλα» του «Φαμιλιάλ») αναφορές στην οικονομική κρίση, και τα τρία βιβλία προβληματίζονται γύρω από τους αναπόδραστους (;) δεσμούς αίματος με το οικείο, το αποδεκτό, το αναμενόμενο, το απροβλημάτιστο ή το σύνηθες. Τέτοιου είδους δεσμοί είναι συστατικό της σύγχρονης ζωής και παραμένουν πεδίο συναισθηματικής σύγκρουσης.

 

Η Δεληγιώργη, η Κάββαλου και ο Καλοτεράκης αναδεικνύουν αυτή τη σύγκρουση ως τον κατ’ εξοχήν μηχανισμό που σε ανεβάζει στην επιφάνεια ή, εξίσου αβίαστα, σε βυθίζει. Η πιο κάτω φράση της Δεληγιώργη συνοψίζει εύγλωττα τον κοινό θεματικό τους άξονα: «[...] με το που έσβησε η επιθυμία να βγούμε από το λαβύρινθο, φούντωσε μέσα μας η ανάγκη να βρούμε μια γωνίτσα μέσα σ’ αυτόν να απαγκιάσουμε» (σελ. 23).

Γιώργος ΠεραντωνάκηςΟικογενειακός λάκκος λεόντων, www.bookpress.gr, 6.9.2014

Οικογενειακός λάκκος λεόντων

E-mailΕκτύπωση

familial390

Για το βιβλίο της Στέργιας Κάββαλου «Φαμιλιάλ» (εκδ. Μελάνι)

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Η οικογένεια όχι ως εστία στοργής και φωλιά συναισθηματικής ασφάλειας αλλά ως άντρο λεόντων και κέντρο συγκρούσεων έρχεται και ξανάρχεται τον τελευταίο καιρό στις λογοτεχνικές σελίδες, λες και οι συγγραφείς μας ψυλλιάζονται βαθύτερα ρήγματα πίσω από την επιφανειακή ομαλότητα. Λες και αναζητούν μέσα στην κρίση τα προσωπικά δράματα που είναι πιο σημαντικά από τα εθνικά. Λες και ο θεσμός της οικογένειας φορτώθηκε με ιερά τάματα που σήμερα φαίνονται άτοπα. Το έκαναν παλιότερα μυθιστοριογράφοι, δημιουργοί δηλαδή της μεγάλης φόρμας, το κάνουν τώρα μαζικά διηγηματογράφοι ή γενικότερα λογοτέχνες της μικρής φόρμας, όπως ο Ν. Κουφάκης, η Β. Τζανακάρη, ο Χ. Βλαβιανός και τώρα η Στέργια Κάββαλου.

Ο τρόπος γραφής της είναι άμεσα ή έμμεσα ανατρεπτικός. Γράφει κοφτά, στακάτα, μικροπερίοδα, χτυπά την τελεία σαν μαχαίρι, κόβει την πρόταση από ένταση, από οργή. Το ύφος της αποπνέει επαναστατικότητα, ειρωνεία, καθώς πλάγιες ματιές ραπίζουν την καθημερινότητα, κλονίζουν πάγιες αντιλήψεις, διασαλεύουν το ορατό με μαστιγώσεις από το αλλόκοτο και το αντικομφορμιστικό. Οι λέξεις αναβαφτίζονται καθώς εκτοξεύονται προς τον τοίχο της πραγματικότητας, άλλοτε μέσα στην αφήγηση κι άλλοτε στην αυτόνομη κάθοδό τους στο λογοτεχνικό μετερίζι.

Στιγμιότυπα  καθημερινά όσο και αλμοδοβαρικά, τόσο συνηθισμένα που φαίνονται απίστευτα.

Στην ουσία το δεκαοχτώ ολιγοσέλιδα κείμενά της μπορούν να χωριστούν σε δύο κατηγορίες, στα διηγήματα-ζωγραφιές και στα διηγήματα-φιλμ μικρού μήκους. Τα πρώτα, πιο λίγα συγκριτικά, φτιάχνουν ατμόσφαιρα, αναπλάθουν μια στιγμή, αποδίδουν με γρήγορες πινελιές το κλίμα και το συναίσθημα. Τα δεύτερα αφηγούνται μια μικρή συνήθως ιστορία, στήνουν ένα σκηνικό με την αφηγήτρια και τους άλλους, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι ο μικρός θίασος της οικογένειάς της, σε στιγμιότυπα τόσο καθημερινά όσο και αλμοδοβαρικά, τόσο συνηθισμένα που μερικές φορές φαίνονται απίστευτα.

Αυτοκτονίες αλλά και δύναμη ψυχής

Μια αυτοκτονία ξεκινάει τη συλλογή που έρχεται αυθόρμητα αντί για τον επικείμενο γάμο και μια άλλη, σ' ένα από τα τελευταία διηγήματα, δείχνει πως η μελαγχολία δεν μπορεί να κρυφτεί πίσω από την επιφανειακή ευτυχία και τα likes στο facebook. Γενικά, ο θάνατος και η βία εμφιλοχωρούν σε πολλά κείμενα της Στ. Κάββαλου: άλλοτε το παιχνίδι-καρουζέλ γίνεται φονικό όργανο κι άλλοτε ο μικρός πέφτει από το παράθυρο, λες και θα μπορούσε να πετάξει. Στον αντίποδα, ο θάνατος φέρνει γλυκές αναμνήσεις κι έρχεται γαλήνιος ή αναμενόμενος: ο θάνατος του παππού είναι συσχετισμένος με τα ξυλοκούλουρα ή, αφού ο παππούς δεχτεί από την εγγονή τα χρόνια πολλά για τα πολύχρονα γενέθλιά του, πεθαίνει αθόρυβα μέσα στη νύχτα. Συμπέρασμα: ο θάνατος είναι παρών για να ολοκληρώσει –συνήθως βίαια– μια σκληρή ζωή ή για να κλείσει ένα γεμάτο κεφάλαιο.

Σαν τα παιδικά μάτια να μην μπορούν να χωρέσουν τον κόσμο, όπως είναι, και τον τεντώνουν αφύσικα.

Για να πετύχει η διηγηματογράφος την επιδιωκόμενη απόσταση, υιοθετεί συχνά την οπτική γωνία του παιδιού, του παιδιού που η ίδια ήταν ή του παιδιού που μπορεί ο καθένας να είναι. Έτσι, μέσα από το παραμορφωτικό γυαλί της μνήμης και το επινοητικό πρίσμα της φαντασίας βλέπει τη γιαγιά ή τη μητέρα, τον πατέρα ή τους άλλους και στήνει ευφάνταστες σκηνές, στις οποίες άλλοτε εμφανίζονται αληθοφανείς κι άλλοτε με διογκωμένα χαρακτηριστικά σαν γουντυαλλενικές καρικατούρες. Αυτοί οι τύποι ανθρώπων έχουν κάτι το γκροτέσκο, το μυστηριώδες, το παράξενο, σαν τα παιδικά μάτια να μην μπορούν να χωρέσουν τον κόσμο, όπως είναι, και τον τεντώνουν αφύσικα. Κι εκεί που ποντάρεις στην ωμότητα του λόγου της νεαρής πεζογράφου, έρχεται ένα διήγημα να δείξει πως η ψυχή του άστεγου πατέρα, που ζει με την οικογένειά του στο Μοναστηράκι, «είναι ακόμα δυνατή, ταπεινή και σε εγρήγορση», σε αντίθεση με αυτήν των περαστικών.

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας και κριτικός βιβλίου. 

Ελένη ΠούλουΠερί λογοτεχνίας και άλλων δαιμονίων, http://odaimontislogotexnias.blogspot.gr/

Εικόνες "φαμιλιάλ"


Ένα όμορφο ροζ κορίτσι. Ένα κορίτσι που αγαπά τη μαμά της και την κρατά απ' το χέρι, ένα κορίτσι που λατρεύει τον παππού, που τρώει παγωτό φράουλα, που παίζει με τις Μπάρμπι, που αγαπά τη θάλασσα, που φουσκώνει μπαλόνια. Ένα τέτοιο κορίτσι πρωταγωνιστεί στις ιστορίες του "Φαμιλιάλ", της συλλογής διηγημάτων της Στέργιας Κάββαλου.  Άλλοτε το κορίτσι παραμένει ροζ και άλλοτε κοπανάει το κεφάλι του στον τοίχο και γίνεται κατακόκκινο από το αίμα. Γιατί συνειδητοποιεί ότι η ζωή δεν είναι τόσο ροζ όσο της υποσχέθηκαν.

Στο διήγημα "Mόνη σου", το κορίτσι φοράει το νυφικό του, αλλά πριν το φορέσει, το βάζει πάνω στα μαλλιά της, για να τα ισιώσει με το σίδερο και να μην της καούν. Ονειρεύεται μια "εναλλακτική και μονιμότερη χρήση" του λευκού φουστανιού, ώσπου αυτό μετατρέπεται σε σάβανο και τη συνοδεύει στο τελευταίο της ταξίδι. 

Έψαξα το μπουκέτο μου. Το είχα φουσκώσει μόνη μου. Μπαλόνια pocket size. Ασπροκόκκινες καρδιές με πιο κόκκινο πλαστικό στήριγμα για κοτσάνι, το οποίο και επέμενα να ισιώνω. Αξέχαστη θα τους έμενε η ανθοδέσμη μου. 

Η παιδικότητα αποκτά μια διαφορετική διάσταση. Η αθωότητα γίνεται σκοτεινή. Οι πιο ενδόμυχοι πόθοι της νηπιακής ηλικίας αποκαλύπτονται στην ωμότητά τους. Στο "Οnly you", ένα αγόρι πηδά από το παράθυρο μόνο και μόνο για να απαιτήσει από τη μαμά του να εξακολουθήσει να κοιμάται μαζί του. Στο "Καρμαζέλ" ένα κορίτσι βάφει το γαλάζιο της καρουζέλ ροζ, με το αίμα του αδερφού της. Ο γλυκός ήχος των μουσικών κουτιών γίνεται εκκωφαντικός, απειλεί να σκοτώσει την αγνότητα. Η γεύση της καραμέλας εναλλάσσεται με αυτήν του αίματος. 

Βγήκε ξυπόλητη και αγανακτισμένη η πριγκίπισσα από το υπνοδωμάτιό της, στάθηκε πάνω στην κούνια του βρέφους και άρχισε να κοπανάει τα ξύλινα αλογάκια στο κεφάλι του τόσο δυνατά, που κλάμα δεν ξανακούστηκε. Ακούστηκε όμως η μουσική που ίδια ρέκβιεμ έπαιζε στο repeat. Οι κοπανιές βλέπεις είχαν ενεργοποιήσει το σχετικό κουμπί. Απαλό το αίμα των μωρών. Το καρουζέλ βάφτηκε ροζ -επιτέλους ήταν όπως της άρεσε- και η Αμαλία επέστρεψε στην αγκαλιά της μαμάς της. 

Η οικογένεια παρουσιάζεται από τη μια ως αγκαλιά όπου αναζητά κανείς την ευτυχία, κι από την άλλη ως σπασμένος καθρέφτης όπου παραμορφωμένα είδωλα μπλέκονται σε ασύμβατες μεταξύ τους σχέσεις.

Στη "Μόνα Λίζα", η Λολίτα του χωριού παντρεύεται, τρελαίνεται, σπέρνει αρσενικά και όταν μένει έγκυος στη μονάκριβη θυγατέρα της, αυτοκτονεί μαζί της. 

Το αγγελικό μουτράκι του χωριού είχε γίνει σκύλος της κολάσεως. Η χρονιά της επίσημης ενηλικίωσης βρήκε τη Λίζα με τέσσερα αγριεμένα αρσενικά. Ρημαγμένη. Τα βρακιά της είχαν βαφτεί κόκκινα. Μύριζε σιδερίλα. Οι μπούκλες της μπερδεμένες από ορμόνες και αδυναμία, σπασμένα δαχτυλίδια. 
  
Η όμορφη γυναίκα, η ποθητή, η χαμογελαστή, η τέλεια νοικοκυρά, αυτή που έχει βάλει τη ζωή σε μια τάξη, αυτή που όλοι οι άλλοι ζηλεύουν, κρύβει μια μελαγχολία που την αναγκάζει να κλειδώσει τα παιδιά της στο μπάνιο και να ορμήσει στις ράγες του τρένου ("Τσαφ-τσουφ").

Μοτίβα όπως της καταπιεσμένης γυναίκας με το ψεύτικο χαμόγελο, του αγαπημένου παππού, του σκληρού πατέρα επαναλαμβάνονται. 

Και το διήγημα "Μπορείς" είναι ένας ύμνος στην ανιδιοτέλεια που χαρακτηρίζει την αγάπη. 

Αν δεν ήσουν εδώ, δεν ξέρω τι θα έκανα. Και που είσαι, όμως, πάλι δεν ξέρω τι να σε κάνω. Μπορείς να μιλάς και να αρχίσω να σε αποκωδικοποιώ. Μπορείς να με αγκαλιάζεις και να ελαφραίνουν λίγο λίγο τα τραύματα. Μπορείς να με φιλάς και να μου δίνεις το φιλί της ζωής. Μπορείς να μου χαϊδεύεις τα μαλλιά, να μην τα τραβάω άλλο. 




Στην εικονογράφηση της ανάρτησης τα έργα είναι των: Marion Peck, Dilka Bear, Nicoletta Ceccoli και Katrin Welz-Stein.  

Τα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο: Στέργια Κάββαλου, Φαμιλιάλ, Εκδόσεις Μελάνι, Αθήνα 2014.

 

Στέλλα Πεκιαρίδη, Πολλές μικρές ιστορίες για το καλοκαίρι, elculture.gr


Φαμιλιάλ της Στέργιας Κάββαλου από τις εκδόσεις Μελάνι




Συλλογή 18 διηγημάτων, μια σταδιακή επώδυνη αναρρίχηση προς την ενηλικίωση όπως αυτή γίνεται μέσα από το φλεγόμενο πυρήνα της οικογένειας, άλλοτε εμφανώς αγίας ελληνικής άλλοτε όχι. Η οικογένεια ως τραύμα, ως αναφορά, ως βάσανο, ως βαριά κληρονομιά, ως σημείο εκκίνησης και ως το τέλος του κόσμου μας. Ιστορίες γραμμένες στο αναγνωρίσιμο πλέον σκοτεινό και τρυφερό ύφος της Στέργιας Κάββαλου στις οποίες αναπτύσσονται ανησυχίες και εμμονές που έχει ψηλαφήσει ήδη από το πρώτο της βιβλίο, το Αλτσχάιμερ Trance, και με τις οποίες έχει κατά καιρούς αναμετρηθεί σε δημοσιεύσεις της σε έντυπα και το διαδίκτυο. Στο Φαμιλιάλ ωστόσο, οι φωνές των ηρώων έχουν γίνει πλέον ευδιάκριτες, τα βλέμματα επίμονα καρφωμένα και οι κινήσεις χορογραφημένες. Η δραματικότητα και δύναμη του συνόλου των ιστοριών στηρίζεται πάνω στην ιδιαίτερη ευαισθησία με την οποία η Κάββαλου χρησιμοποιεί την παιδική ηλικία στις αφηγήσεις της και κυρίως στις ιστορίες εκείνες όπου ο ίδιος ο αφηγητής είναι παιδί∙ με τρόπο σχεδόν ιαματικό δείχνει να αντλεί λιγότερο ή περισσότερο προσωπικά βιώματα, εντυπώσεις, αναμνήσεις από το παρελθόν, φτάνοντας να καταδυθεί μέχρι και την πρώιμη βρεφική ηλικία, και κομματάκι κομματάκι συνθέτει μικρά μωσαϊκά που παρότι είναι αυθύπαρκτα διηγήματα το κάθε ένα τους φαντάζει μια σπουδή για νουβέλα ή ολόκληρο μυθιστόρημα. Ξεχωρίζει το «Μόνη σου» που δικαίως ανοίγει τη συλλογή και το «Marlboro lights» που εξίσου δικαίως την κλείνει.

Διονύσης Μαρίνος, diavasame.gr

Barbarism begins at home

Κάπου στο βάθος του χρόνου λέγαμε «Αγία οικογένεια», εκείνο το ωραιότατο βιβλιαράκι των Μαρξ και Ένγκελς που κατακεραύνωναν τους νεοχεγκελιανούς (Θεός σχωρέσ’ τους). Μετά ήρθε ο Στίβεν Πάτρικ Μόρισεϊ να τραγουδήσει για τις δικές μας οικογένειες και για το μέγα τραύμα που κουβαλούν στην καρδιά τους: “Barbarism begins at home”. Και είναι και εκείνο το ποίημα του Ζακ Πρεβέρ, «Οικογενειακόν», που κάθεται σαν ψαροκόκαλο στον λαιμό («Οι επιχειρήσεις οι επιχειρήσεις και οι επιχειρήσεις/Η ζωή με το νεκροταφείο»). Οι αναγνώστες που έχουν κρατήσει στο μυαλό τους σκηνές σεπτής οικογενειακής θαλπωρής, βγαλμένες από το αναγνωστικό του σχολείου, μάλλον θα πρέπει να αποφύγουν το βιβλίο με τα διηγήματα «ανοικείωσης» της Στέργιας Κάββαλου. Ακόμα και ο τίτλος, «Φαμιλιάλ», ουσιαστικά λειτουργεί ως ένας κεντρικός κόντρα ρόλος.

Οτιδήποτε μοιάζει προσφιλές στην πραγματικότητα είναι απόμακρο. Εκείνο που από την κοινή ρίζα του αίματος γεννήθηκε, μέσα στον αγρό του θα πνιγεί. Η θράκα του οικογενειακού δράματος σιγοκαίει, ένας άφωνος τρόπος περιλούζει τα μέλη του. Η αγάπη εντός της είναι αυτό που πνίγει και όχι αυτό που σώνει. Με γλώσσα ελλειπτική, πυκνή, σχεδόν λεπτής δομής, η Κάββαλου δημιουργεί 18 ιστορίες πίσω από τις κουρτίνες, δράματα που στήνονται κάτω από τα βαριά ταβάνια, πόνους που περπατούν στους τοίχους. Είναι μια γλώσσα τρέχουσα, σύμμεικτη, εξ ου και η χρήση των αγγλικών λέξεων που δεν ξενίζουν ακόμα και αν χρησιμοποιούνται –κάποιες φορές– εκεί που θα μπορούσαν να παραληφθούν. Από το «Αλτσχάιμερ Trance» μέχρι και σήμερα, η Κάββαλου στήνει έναν χορό λοξών βλεμμάτων στην πνιγηρή πραγματικότητα των ηρώων της. Η γέννα γίνεται βάρος, η παιδική ηλικία ένα απροσμέτρητο ξετύλιγμα από εφιάλτες, οι έρωτες το συνώνυμο της άπωσης, οι σχέσεις γεμάτες ίχνη απογυμνωμένης μαγείας.

Ακόμα και σε στιγμές που η ζωή στέλνει ένα ευφραντικό μήνυμα, στο τέλος μια ανθρακιά σβήνει τα γράμματα, μια μουντζούρα στέκει και τους (μας) κοιτάζει. Η μικρή φόρμα των διηγημάτων (κάποια εξ αυτών μπορούν να χαρακτηριστούν τυπικό δείγμα μπονζάι) βοηθά στο να δομηθεί ένας απέριττος σκελετός που φέρει πάνω του μόνο τα χρειώδη. Οι λέξεις έχουν μια ρυθμικότητα που άλλοτε οδηγεί την τραγικότητα στο απώτατο όριό της και κάποιες άλλες συνθέτει ένα adagio στενεμένων ζωών.

Με λογοτεχνικές «φωνές» που φέρνουν στον νου την «Κασσάνδρα» και τον «Λύκο» της Μαργαρίτας Καραπάνου (διόλου τυχαία η Κάββαλου φέρνει στο προσκήνιο μια παιδική φωνή-αφηγητή) ή τη Μαρία Μήτσορα στη σκοτεινότητα των λέξεων, η Κάββαλου ισορροπεί ανάμεσα στο παράλογο των συναισθημάτων και στο άφευκτο της καθημερινότητας. Μικρά εγκλήματα μεταξύ συγγενών και φίλων. Μικρές ιστορίες αιμάτινης παραδρομής που σπάνια ρέουν ήσυχες. Το ανειρήνευτο, το παιγνιώδες, το ειρωνικό, το παράδοξο, το ωμό και το πικρό συλλειτουργούν σχεδόν σε όλα τα διηγήματα που μένουν στο τέλος σαν ανοιχτές πληγές. Οικογενειακοί κρατήρες με τη λάβα τους να καψαλίζει. 

μεταφραστικές διαδικασίες 

Διπλό παιχνίδι


Νουάρ μυθιστόρημα

Yair Lapid
μετάφραση: Στέργια Κάββαλου

Πόλις, 2009
280 σελ.
ISBN 978-960-435-256-2, [Κυκλοφορεί]

Τιμή € 16,31 

Το "Διπλό Παιχνίδι" είναι το πρώτο μέρος μιας νουάρ τριλογίας με ήρωα τον ντετέκτιβ Τζος Σίρμαν.

Πεπεισμένη ότι ο άντρας της την απατά, η κυρία Ταλ, σύζυγος ενός πλούσιου αδαμαντοπώλη του Τελ Αβίβ, αποσπά τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Τζος Σίρμαν από τη συνηθισμένη του απραξία. Ο Τζος, οι πελάτες του οποίου δεν θα λέγαμε ότι κάνουν και ουρά, δέχεται να αναλάβει την υπόθεση. Ξεκινώντας την παρακολούθηση, γίνεται μάρτυρας μιας διάρρηξης και βρίσκει μια κοπέλα που έχει χάσει τις αισθήσεις της. Όπως αποκαλύπτεται σύντομα, η κοπέλα έχει πέσει θύμα βιασμού. Ανήκει όμως στην υπερ-ορθόδοξη εβραϊκή κοινότητα. Για να τη γλιτώσει από την κατακραυγή του περιβάλλοντός της, ο Τζος αποφασίζει να τη φιλοξενήσει στο σπίτι του, χωρίς να υποψιαστεί ότι μπλέκεται έτσι σε μια ιστορία όπου η λογική απουσιάζει και οι ταυτότητες διαρκώς μεταβάλλονται. Η Ρελί, η κοπέλα που περιμάζεψε, είναι κόρη επιφανούς ραβίνου. Αρχίζουν τότε να αποκαλύπτονται περίεργες διασυνδέσεις ανάμεσα στην υπερ-ορθόδοξη κοινότητα και διάφορους χρηματομεσίτες,την
αστυνομία, τους μπράβους των ιερωμένων, που χειρίζονται τη γροθιά πιο επιδέξια απ' τη Βίβλο, και τους ανθρώπους του υποκόσμου.

O Yair Lapid εμβολιάζει τα κλασικά μοτίβα του νουάρ (ο έντιμος και μοναχικός ντετέκτιβ, η μοιραία γυναίκα) στο αστικό τοπίο του Τελ Αβίβ. Δεν περιορίζεται να καταγράψει με οξυδέρκεια τις αντιθέσεις της πόλης, αλλά θέτει στο στόχαστρό του τον θρησκευτικό φανατισμό, τον οποίο αντιμετωπίζει ως μια άλλη όψη της υποκρισίας, της χειραγώγησης και της απληστίας.

Το ενδιαφέρον αυτού του θρίλερ βρίσκεται στον ακριβή και λεπτό τρόπο με τον οποίο ο Yair Lapid περιγράφει το Τελ Αβίβ. Ο αναγνώστης κυκλοφορεί στους δρόμους της πόλης,όπου γυναίκες βγαλμένες λες απ’ το τελευταίο τεύχος του Vogue αναμειγνύονται με ραβίνους και σπουδαστές του Ταλμούδ· στην οδό Μπάζελ τρώει ταχίνι· επισκέπτεται το Ραμάτ Γκαν, το γνωστό για τα αδαμαντοπωλεία του, ανατολικό προάστιο του Τελ Αβίβ. Στο βιβλίο υπάρχουν ακόμα κυνηγητά, λίγο αίμα και κάμποσοι μπελάδες, γι' αυτό τον παράξενο, ανώριμο, αλλά ευφυέστατο ντετέκτιβ. 

press talk 

Νίκος ΚουρμουλήςΟι αλήθειες των άλλων, "Η Αυγή", 26.1.2010

Γιαΐρ Λαπίντ «Διπλό Παιχνίδι», μτφ. Στέργια Κάββαλου, εκδ. Πόλις, σελ. 288, τιμή: 16.00 €

Αδιαμφισβήτητα η σημερινή εποχή διαπνέεται από έναν βαθύ μετεωρισμό, που κάνει τον άνθρωπο να αναρωτιέται για τη συνεκτικότητα οποιασδήποτε αρχής που διέπει τη συλλογική μνήμη του. Αυτή η ρευστότητα αποτελεί τον κύριο άξονα και βασική θεματική του νουάρ μυθιστορήματος του Γιαΐρ Λαπίντ από το Ισραήλ. Το πρώτο μέρος μιας επερχόμενης τριλογίας συστήνει ένα ηλιακό σύστημα χαρακτήρων που στροβιλίζεται γύρω από έναν πρώην αστυνομικό και νυν ντετέκτιβ, τον Τζόσουα Σίρμαν ή απλά Τζος για τους ελάχιστους φίλους και τους ακόμη πιο πολλούς εχθρούς του, που ξεπηδούν όπως τα περιστέρια από το καπέλο ενός ταχυδακτυλουργού. Ιδιοσυγκρασιακά ο Τζος εκφράζει ένα σύνολο αντιθέσεων: ήρωας και αντιήρωας, θρασύς και ευαίσθητος, κυνικός και ονειροπαρμένος.

Ένας τύπος που κρύβει περισσότερα από ό,τι είναι ικανός να δείξει. Ζει στο μεταίχμιο, εκεί που η φαντασία εμφιλοχωρεί στη πραγματικότητα. Ακριβώς σ' αυτό τον χώρο ο συγγραφέας τοποθετεί τη συνισταμένη του μυθιστορήματος, που δεν είναι άλλη από την πλαστογράφηση. Τα πρόσωπα διαθέτουν διπλές ταυτότητες και ιδιότητες. Προσκολλώνται με διαύγεια στις καταστάσεις που προμελετημένα σχεδιάζονται, αντικαθιστώντας τον εαυτό τους με ένα ρόλο. Έτσι η ανθρωπογεωγραφία που απλώνεται στο βιβλίο δεν είναι τίποτε άλλο από κυλιόμενες επιγραφές με ευδιάκριτο πλαίσιο. Αλλεπάλληλα είδωλα τείνουν να οριοθετηθούν στο άπειρο, έτσι ώστε η ψευδεπίγραφη ιδιότητα να κυοφορήσει όσο αντέχει τη μορφή του αληθινού.

Η ελικοειδής γραφή του Γιαΐρ Λαπίντ εξυφαίνει την επίμοχθη αρχή της αβεβαιότητας. Το καθησυχαστικό για τα μάτια του αναγνώστη ξεκίνημα, όπου μια ελκυστική γυναίκα επισκέπτεται το γραφείο του ντετέκτιβ για μια υπόθεση μοιχείας από την πλευρά του συζύγου της, κρύβει ήδη μια παράξενη ταραχή. Στη πορεία αλλάζει ρότα, διακλαδίζεται, για να περιπλεχθεί στο σάστισμα του μη γνωρίζοντος. Η παραχάραξη διατρέχει κάθετα τους καθορισμένους από την κοινωνία κανόνες και τα νομικά πρόσωπα που τους υπηρετούν. Εταιρεία λαθρεμπορίου διαμαντιών σκανδαλοθηρεί με έναν υπεράνω πάσης υποψίας ραβίνο. Χρήματα από «off shore» τραπεζικά υποκαταστήματα του εξωτερικού συναλλάσσονται με θρησκευτική ευλάβεια ανάμεσα σε κοσμική και πνευματική εξουσία. Η αστυνομία δεν είναι τίποτε άλλο παρά το μακρύ, «νόμιμο» χέρι της διαμεσολάβησης. Από κοντά ένας συρφετός από απατεώνες που όταν μυρίσουν το άρωμα του χρήματος σπεύδουν δίχως καμία αιδώ να εκμεταλλευτούν δικαίους και αδίκους.

Ο συγγραφέας θέτει επί τον τύπο τον ήλων προβληματισμούς που απασχολούν κάθε πολίτη παγκοσμίως, εν μέσω οικονομικής και υπαρξιακής κρίσης. Για τον Γιαΐρ Λαπίντ το άτομο ως υποκείμενο της Ιστορίας είναι παγιδευμένο από την κατάχρηση εξουσίας. Το ενάρετο συμβαδίζει με το κρυπτό. Ό,τι δεν γνωστοποιείται είναι νόμιμο. Πέρα από το δομικό θεμελίωμα του καθένα, οι ιδεολογίες λυγίζουν κάτω από το βάρος της συσσώρευσης ή της εξαγοράς διαχρονικών αξιών. Τα υλικά αγαθά έχουν κατακτηθεί και δεν ενδιαφέρουν πλέον. Το χρήμα έτσι μετατρέπεται σε ένα μέσο δυνητικής απόκτησης συναισθημάτων, προσδοκιών, ελπίδων, αναλωμένου χρόνου, δικαιοσύνης. Σε αυτόν τον κόσμο της απομάγευσης, ο έρωτας αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας τραγικής ειρωνείας. Παραμένει αληθινός μέχρι να καταρριφθεί. Οδηγείται στην προδοσία, πριν καλά καλά αναπνεύσει ελεύθερος.

Παράλληλα με τη διακύμανση της πλοκής, οι γειτονιές του Τελ Αβίβ, της Γιάφα, του Τελ Μπαρούχ, του Μπνέι Μπρακ, έχουν τη δική τους γλώσσα. Στις γωνιές των σοκακιών αντιπαραβάλλεται ένα Ισραήλ πολυπολιτισμικό, ετερόκλιτο, γεμάτο φωτοσκιάσεις, διαψεύσεις και τραχιά κατανόηση. Άνθρωποι εξασκημένοι στο κίνδυνο τον απωθούν και τον έλκουν. Μια διπλή στοιχειοθέτηση στην οποία οφείλεις να γνωρίζεις ισορροπία ακροβάτη για να επιβιώσεις. Η προδοσία και η ενοχή για τον Λαπίντ διαρθρώνονται όπως οι ομόκεντροι κύκλοι που προκαλούνται από την ρίψη πέτρας στα ήρεμα νερά μιας λίμνης. Η αχνοφεγγιά του τελευταίου κύκλου φέρνει την πρόσκαιρη δικαίωση, που ξεγελά την κάθαρση. Διαθέτει μορφικά την καμπύλωση των υπολοίπων, αλλά είναι το επίχρισμα της αλήθειας. Οι πραγματικές αιτίες, το διακύβευμα της παράνομης συναλλαγής, παραμένουν ακατανόητες, αδρανείς. Η λύση του μυστηριώδους γόρδιου δεσμού που τυλίγει τους πρωταγωνιστές δεν είναι τελεία.

Αφήνει σημάδια παντού, ίχνη νοσηρών παιχνιδιών που εγκολπώνονται στη φυσιολογία του καθένα μας. Σαν πλησιάσεις τη φωτιά ή θα απλώσεις τα χέρια και θα ζεσταθείς ή θα θελήσεις να υπερνικήσεις τον πόνο σβήνοντάς τη. Τα όρια είναι θολά και οι προθέσεις ποικίλουν. Προερχόμενος από επιφανή οικογένεια διανοουμένων, με πατέρα δημοσιογράφο που επέζησε του Ολοκαυτώματος, ο Γιαΐρ Λαπίντ κατασκευάζει μια μυθιστορία που δεν στερείται πολιτικής αντίληψης.

Τίποτα δεν μας παραχωρείται τσάμπα. Χρειάζεται εγκαρτέρηση, πίστη στη μνήμη και εγρήγορση πάνω στην ανακάλυψη του άλλου και κυρίως του εσωτερικού κόσμου μας. Το να γίνεις καλύτερος δεν σημαίνει απαραίτητα ότι είσαι σκάρτος. Όπως ο Τζος Σίρμαν, που μουλιάζει μέσα στην άχλη της αβεβαιότητας, στυλώνει τα πόδια ξεπηδώντας από τις στάχτες του, σοφότερος γιατί η ζωή δεν είναι άθλια όσο φαίνεται. Στακάτη η μετάφραση της Στέργιας Κάββαλου, αποδίδει με ευκρίνεια την καλοκουρδισμένη σονάτα κατησχυμμένων ψυχών ενός απολαυστικού συγγραφέα.

Βαγγέλης ΜπέκαςΑστυνομικά βιβλία από τα ράφια των βιβλιοπωλείων, "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 613, 24.7.2010

Διπλό παιχνίδι

μτφρ.: Στέργια Κάββαλου

εκδόσεις Πόλις, σ. 280, ευρώ 16,08

Ενας πρώην αστυνομικός και νυν ιδιωτικός ντετέκτιβ, ο Τζος Σίρμαν, με «τεμπέλικη παραπλανητική εμφάνιση», προσλαμβάνεται σε μια υπόθεση συζυγικής απάτης στο Τελ Αβίβ. Κατά την παρακολούθηση, γίνεται μάρτυρας ληστείας και βρίσκει λιπόθυμο ένα βιασμένο κορίτσι. Πρόκειται για μια «θεούσα», κόρη γνωστού ραβίνου. Αποφασίζει να τη φιλοξενήσει στο σπίτι του, για να αποτρέψει το σκάνδαλο. Ακολουθούν σασπένς, φόνοι, συμπλοκές με διεφθαρμένους μπάτσους. Οι μάσκες πέφτουν, το ειδύλλιο αποτρέπεται, η διαπλοκή αποκαλύπτεται, ενώ οι υπερ-ορθόδοξοι Εβραίοι έχουν ρίξει τη σκιά τους παντού. Γραφή απλή, καθαρές εικόνες, αλλεπάλληλοι διάλογοι. Ενα νουάρ μυθιστόρημα με φόντο τις πολιτισμικές και θρησκευτικές αντιφάσεις του Ισραήλ.

Βαγγέλης Μπέκας

Νάρκισσος


Ο εραστής του εαυτού του

Ζαν - Ζακ Ρουσώ
μετάφραση: Στέργια Κάββαλου

Ηριδανός, 2011
88 σελ.
ISBN 978-960-335-231-0, [Κυκλοφορεί - Εκκρεμής εγγραφή]

Τιμή € 11,72 

Μπορεί το όνομα του Ρουσσώ να ταυτιστεί με την ευθυμία; Μοιάζει απίθανο. Κι όμως σε ηλικία είκοσι περίπου χρονών, έγραψε αυτή την κωμωδία. Είναι η ιστορία ενός νεαρού ματαιόδοξου, στον οποίο η αδελφή του, από πονηριά, δείχνει ένα πορτρέτο του ίδιου μεταμφιεσμένου σε γυναίκα. Και ο κενόδοξος μας, χωρίς να το γνωρίζει, ερωτεύεται την ίδια του την εικόνα! θα πει ο Ρουσσώ αργότερα. Επιδέξια δομημένο, κωμικό και συγκινητικό, με το ενδιαφέρον στραμμένο στο κέφι και την ευαισθησία των νεαρών ηρώων, ο Νάρκισσος είναι ένα έργο χαρούμενο. 

Κόρσακοφ 

Εric Fottorino
μετάφραση: Στέργια Κάββαλου

Πόλις, 2013
464 σελ.
ISBN 978-960-435-301-9, [Κυκλοφορεί - Εκκρεμής εγγραφή]
Τιμή € 18,00

Ο ήρωας, διακεκριμένος γιατρός, πάσχει από το σύνδρομο Κόρσακοφ, μια γενικευμένη διαταραχή της μνήμης, ένα από τα συμπτώματα της οποίας είναι η μυθοπλασία, δηλαδή η απόπειρα αντιστάθμισης των κενών της μνήμης, μέσω της επινόησης νέων, πειστικών αλλά ψευδών, αναμνήσεων. Εδώ στηρίζει τη δική του μυθοπλασία ο Φορορίνο, δίνοντας στον ήρωά του την ευκαιρία να κατασκευάσει τη βιογραφία του. Μπορεί να είναι να πάντα... αλλά όχι ο εαυτός του. 

guest side stories 

Metropolis Press 

I love Crete

Βαριέμαι τη θάλασσα και θέλω να πάω στο χωριό. Ζωνιανά Μυλοποτάμου. Πλένουμε το αμάξι του παππού εγώ κι η ξαδέρφη μου και μας τάζει γαλακτομπούρεκο στα γειτονικά Ανώγεια.

Αποτυχημένες ρακέτες στο ιεραπετρίτικο «λιμανάκι του κάκου», αφρικανική ζέστη κολλημένη στα ενοικιαζόμενα σεντόνια του Μακρύ Γιαλού, παιδική γκρίνια για ασημένια σκουλαρίκια, πλαστικά γυαλιά, σφουγγάρια που πάλι δεν μου αγόρασαν. Χερσόνησο με τις δίδυμες φιλενάδες να ακούμε Poll και να συζητάμε σαν ενήλικες δίδες την αγάπη μας για τον Λογαρίδη, να τραγουδάμε σε μολύβια-μικρόφωνα και, κατάμαυρες απ’ τα πρωινά ξενοδοχεία, να κάνουμε τις μεγάλες πάνω κάτω στο δρόμο με τα τουριστικά. Και τις ξένες… Αφού οι τουρίστες ήταν οι περισσότεροι και εμείς τότε καθόλου δεν αγαπούσαμε τις μειοψηφίες. Σε απόσταση ασφαλείας απ’ τους γονείς ονειρευόμασταν πρώτα φιλιά από τα ηλιοκαμένα συνομήλικά μας αγοράκια στις τραμπάλες της παιδικής.

Ονειρευόμασταν και τα μπαρ. Να φτάσουμε στην ηλικία τη σωστή για το κοκτέιλ και το χορό με τα μίνι. Eνας Oλλανδός πεσμένος στο πάτωμα. Κανείς δεν ασχολείται. Περνάμε από πάνω του. Κάτι χέρια βγαίνουν μέσα απ’ τον κάδο. Η καρδιά μου ανησυχεί. Φωνάζουμε τους γονείς. «Αυτό δεν είναι τίποτα», απαντούν. «Χτες πήραν κάποιον με το σκουπιδιάρικο». 

Βαριέμαι τη θάλασσα και θέλω να πάω στο χωριό. Ζωνιανά Μυλοποτάμου. Πλένουμε το αμάξι του παππού εγώ κι η ξαδέρφη μου και μας τάζει γαλακτομπούρεκο στα γειτονικά Ανώγεια. Κρατάει το λόγο του. Η γιαγιά του Λουδοβίκου κάνει το καλύτερο. Παίρνουμε και λίγο για το σπίτι. Το μαγαζάκι είναι παλιό, μικρό και μυρίζει δίκταμο. Δεν έχω δικό μου δωμάτιο και αυτό με τρομάζει. Αναζητάω το κρεβατάκι μου και κλαίω. Κλαίω ακόμα περισσότερο στο θέατρο του Νίκου Ξυλούρη με τα μοιρολόγια του Λουδοβίκου των Ανωγείων. 
Κλαίμε όλοι χωρίς να ξέρουμε γιατί. Γυρνάμε πίσω τα σκοτεινά χιλιόμετρα για το χωριό και μαθαίνουμε τα θλιβερά μαντάτα. Σκοτώθηκε ο ξάδερφός μου απ’ την Αμερική. Τον πυροβόλησαν στον αυτοκινητόδρομο. Πήγαμε στης γιαγιάς του να συλλυπηθούμε, ήταν μόνο 17. Δεν είχε προλάβει να αντρέψει.

Κρύφτηκα στο σπήλαιο για τη δροσιά και την ησυχία. Λυπήθηκα για τους κομμένους σταλαχτίτες που έγιναν αναμνηστικά στα δωμάτια των παιδιών. Σκέφτομαι πως εδώ τα παιδιά δεν είναι κανονικά, αφού στα 16 τους έχουν κιόλας μωρά. Μετράω την ηλικία μου με τα χέρια, γεμίζει όλα μου τα δάχτυλα. Ακούω το αγροτικό να περνάει και πάλι απ’ τον Σταυρό με δυνατές μαντινάδες. Οι κοπέλες λένε ότι περνάει για μένα. Ξαναμετράω την ηλικία μου. Πάλι δέκα τη βγάζω. Δεν είμαι για παντρειές.

Νοσταλγώ την επόμενη σχολική χρονιά. Πάω για σύκα και σταφύλια και μου περνάει. Τρώω ζεστό ψωμί με ανθόγαλα και μέλι. Πάντα το ίδιο πρωινό. Το μεσημέρι ψήνουμε αληθινές τηγανητές πατάτες. Περνάνε φορτηγάκια με ρούχα και ζητάω μια ποδηλατική βερμούδα. Η μαμά μού την αγοράζει στα κρυφά. Ακούω τα κουδούνια απ’ τα πρόβατα, έχει νυχτώσει και κάνει κρύο. Σταυρώνω το μαξιλάρι μου και, πριν κλειστώ στην κουβέρτα, εντοπίζω κάτι αράχνες στο ταβάνι. Καταπίνω τον πανικό μου, αποφασίζω ότι είμαι δέκα και πρέπει επιτέλους να φανώ γενναία. Μια νύχτα είναι, θα αντέξω και χωρίς να ξυπνήσω τη μαμά μου. Αλλωστε θα σηκωθούμε όλοι νωρίς για να προλάβουμε το καράβι. Λιγουρεύομαι την τυρόπιτα και το Μίλκο φράουλα που θα φάμε στο Ηράκλειο.

Βγάζω από τη χάντρινη τσάντα μου τη φωτογραφία που βγάλαμε στην πισίνα με τις δίδυμες. Παρατηρώ ότι μου έχει φύγει το πάνω μέρος του μαγιό. Ντρέπομαι και γελάω μαζί. Το παίρνω σημάδι εφηβείας. Οτι το στήθος μου θέλει μεγαλύτερο χώρο. Στριμώχνομαι στο «εκειά που ζουν οι αητοί» ζωνιανό μπλουζί μου που φοράω για νυχτικό, ξεχνάω την ιπτάμενη αράχνη, προσεύχομαι να με ξεχάσει κι αυτή, πέφτω μπρούμυτα και υπολογίζω την αγάπη μου για την Κρήτη. Εχει μεγαλώσει κατά ένα μήνα. Του χρόνου πάλι.

Metropolis Press 

Επόμενος σταθμός, Μοναστηράκι

Κάποια στιγμή θα έβγαινε ήλιος. Eτσι μετράμε τη μέρα. Βγήκε, ξημέρωσε. Μπήκε, νύχτα. Τώρα πού μπαίνει και κρύβεται δεν ξέρω. Ποτέ μου δεν κατάλαβα τα πλανητικά. Εδώ τα γήινα και πασχίζω. Γιατί εδώ ξημερώνει όταν αρχίζει να γουργουρίζει το μετρό κάτω από τα πόδια μου. Εδώ τα ξυπνητήρια είναι μηχανοκίνητα και θορυβώδη. Αναγκαστικά.

Κρύα αχτίδα στα μάτια μου. Σχεδόν τσούζει. Πόσο ζεστό να σε κρατήσει ένα σκουφί; Πάω να τα τρίψω λίγο, κοκαλωμένα τα δάχτυλα. «Το κρύο είναι υγεία», θα πουν κάποιοι. «Αλίκη, Σάββα μου, όλα καλά;» θα πω εγώ σκουντώντας μαλακά, πατρικά, τα κοιμισμένα παιδιά μου. Απαντούν με μικρές κινήσεις των ώμων και των ζυγωματικών. Αγγίζω τα χέρια τους και πιάνω ακόμα σφυγμό. Μέχρις εδώ, καλά.

Η μάνα τους δεν έχει γυρίσει και το βιαστικό ρολόι του περαστικού δείχνει εφτά. Δεν ξέρω πού πηγαίνει, αλλά πάντα επιστρέφει. Εκείνη λέει πως στέκεται κάτω από το βράχο της Ακρόπολης και παρακαλάει τους Θεούς να μας στείλουν μια καλύτερη τύχη. «Τίποτα δεν συγκρίνεται με μια πρωινή, γεμάτη πάχνη, βόλτα στο Μοναστηράκι». Πώς καταφέρνει να βρίσκει και ωραίες στιγμές μέσα σε όλο τούτο, δεν έχω μπορέσει να το εξηγήσω. Ζην, ευ ζην και στο τέλος αποθανείν. Ή στη δική μας την περίπτωση. Ευ ζην, οριακά αποθανείν και ακόμα πιο οριακά ζην.

Αυτά σκέφτομαι ενώ σαλιώνω τα φλέβαρά μου να πλυθούν. Το νερό είναι για δίψα, όχι για καλλωπισμούς. Παρόλα αυτά, βγάζω την τσατσάρα από την τσέπη του πουκάμισου και χτενίζω τα μαλλιά μου. Τα μισά μένουν στο πλαστικό. Σε λίγο δεν θα έχει τίποτα να χτενίσω και θα πάει κι αυτή στο γιουσουρούμ για να βγάλουμε κανένα γαλατάκι ή καμιά κοκακολίτσα για την Κυριακή.

Ο κόσμος με κοιτάει που σηκώνομαι, που τινάζω τα παπούτσια μου, που στρώνω το κρεβάτι μου. Ακούω τις σκέψεις τους και τους λυπάμαι. «Κουρελής, βρομιάρης, κατεστραμμένος». Ωστόσο, και ρούχα έχω, να είναι καλά κάποιοι που είχαν περισσότερα, και την κολόνια μου θα βάλω και η ψυχή μου είναι ακόμα δυνατή, ταπεινή και σε εγρήγορση. Για τη δική τους, «δεν παίρνω κανέναν όρκο», σκέφτομαι όσο τους βλέπω να απομακρύνονται από εμάς σφίγγοντας γιακάδες και κασκόλ σαν ασπίδα προστασίας και επιταχύνοντας το βλέμμα τους για να προλάβουν ή το βαγόνι ή την καλή τους ζωή.

Είμαστε η οικογένεια που ζει στο μετρό στο Μοναστηράκι. Αυτό είναι τώρα το σπίτι μας. Κάποτε, όχι παλιά, είχαμε από το άλλο, το συμβατικό. Με κόκκινο κεραμίδι, σοφά, μέχρι και τζάκι για κάστανα και ψητή πατάτα. Αλλά και το σπίτι και το ξυλουργείο γκρεμίστηκαν από μια ιδιοτροπία της φύσης που οι επιστήμονες ονόμασαν σεισμό. Κι εμείς, χωρίς καλούς συγγενείς, γκρεμιστήκαμε στην άσφαλτο.

Αύριο μπορεί να μας βρουν ξενώνα. Αύριο μπορεί να μπούμε σε λυόμενο. Αύριο μπορεί να έχω ξανά ωράριο εργασίας. Αύριο μπορεί και πάλι τα παιδιά μου να με φωνάξουν «μπαμπά» ίσως και «πατέρα», αφήνοντας το «Νικολάκη» να το πάρει η λάσπη του δρόμου, όπως παίρνει το βάρος και τα κρίματα κάθε διαβάτη.

Oλα αυτά αύριο. Ευτυχώς που ήρθε η Στέλλα να ετοιμάσει τα παιδιά για το σχολείο. Κρατάει μια σακούλα με διάφορα και μοιάζει σχεδόν ανέμελη έτσι που κινδυνεύει να την πάρει ο αέρας. Τη Στέλλα, όχι τη σακούλα. Ξεφλουδιστό το πρόσωπο, μα λαμπερά τα μάτια. Eτσι είναι. Και εκείνη και η ζωή μας.

«Eβγαλα το ψωμί και το φαγητό της εβδομάδας!» μας ανακοίνωσε ενθουσιασμένη. Είδατε που σας έλεγα να μείνουμε στου Ψυρρή; Τόσα φαγάδικα, φουρνάρικα, δεν μπορεί; Θα έπιαναν τόπο και στο δικό μας στομάχι.

«Eχω και τη βότκα για απόψε», μου ψιθύρισε. «Μόνο για μας». Και μια παράταιρη ευδαιμονία σαν αγάπη μού γαργάλισε το αυτί.

Ο Σάββας βοήθησε την Αλίκη να φορέσει την τσάντα της, η Στέλλα τούς έβαλε από ένα κουλούρι στο στόμα και, αποκαμωμένη από την αναζήτησή της, κύκλωσε το αυτοσχέδιο σπίτι μας με φρέσκα χαρτόνια να μην την ενοχλεί η ποδοπατημένη κίνηση και τα φριχτά μάτια των αγνώστων και ξάπλωσε να κοιμηθεί. Τη φίλησα στο μέτωπο και πήγα για το μεροκάματο. Σήμερα.

One Story 

_Αγία Μαρία

Όλο το απόγευμα έφτυνε αίμα. Μα κανείς να μην την τρέξει στα επείγοντα; Έπρεπε να έρθει η κόρη εκ των βορείων για να δει πως η μαμά «είναι έτοιμη να την κάνει!» Άμα έχεις γιους, δεν έχεις τίποτα. Τα κορίτσια τρέχουν, αυτά θα σε κοιτάξουν. Κι εκείνο το σωτήριο ποτήρι νερό, τα θηλυκά θα στο στάξουν. 

Άνω των ογδόντα. Πλατινέ ξεπουπουλιασμένο μαλλί. Πράσινα μάτια κομμάτια. Λευκό δέρμα. Το νύχι πάντα κόκκινο. Όχι φτηνό. Περιποιημένο, αρχοντικό. Και όλα αυτά σε αμπαλάζ πριγκηπέσας. Δε θυμάμαι ποιας κόμισσας ήταν απόγονος. Το περήφανο γαλαζοαίματο παρελθόν της, λησμονημένο κάπου στην Ιταλία.

Στους δρόμους της Πάτρας πέρναγε και γυρνούσαν κεφάλια, έβγαιναν καπέλα. Για υποκλίσεις. Respect για την καθώς πρέπει Δίδα και τον επιστήμων πατέρα. Θυγατέρα Aρσακειάς και μέλος του Ερυθρού, πατήρ ορθοπεδικός με κατάστημα στην πλατεία.

Ωραία χρόνια… Τι επίσημα δείπνα, τι πολυτέλεια εν οίκω, τι πιάνο με γαλλικά. Ζωή παραμύθι. Χιονάτης. Υπήρχε και μητριά.

Η αληθινή μητέρα πρόωρα χαμένη που πρόλαβε όμως να φέρει στον κόσμο τρία τέκνα τον αριθμό. Τη Μαρία και δυο αγόρια. Η μητριά τίποτα. Δεν έκανε δικά της. Μεγαλοκοπέλα την πήρε. Κι άσχημη. Στις οικογενειακές φωτογραφίες είναι παντού ενώ η αληθινή έχει ένα και μοναδικό ολότελα δικό της ενσταντανέ σκονισμένο σε κάποιο κουτί παπουτσιών. Όσες φορές κι αν ζήτησα να δω την προγιαγιά μου, κανείς δεν ήξερε πού να τη βρει να μου τη φέρει.

Η Μαρία σαν να μη βγήκε από μάνα. Τον μπαμπά της λάτρευε. Κι όταν τον λάτρεψε και η μητριά, ακόνισαν τα χρυσά τους μαχαίρια. Για τη διεκδίκηση, της αγάπης και της προσοχής του. Με τον μπαμπά έβγαινε στις μπυραρίες της εποχής. Τα πολλά ποτήρια έφταιξαν λέει που έγινε άρωμα σε μικρό μπουκαλάκι, δηλαδή 1.50. Όταν αρρώσταινε, το καλύτερο γιατρικό ήταν η μαυροδάφνη. 

«Για το φύγει-φύγει των μικροβίων». Τι σου είναι η κληρονομικότητα… Και εγώ μόνο μαυροδάφνη πίνω. Την είχε στο DNA της σου λέω.

«Καφέ του φτιάξαμε;» αναρωτιόταν ανήσυχη. Ενώ το χέρι με τις πεταλούδες για την αντιβίωση και τα λοιπά έφτιαχνε με γυναικεία φιλαρέσκεια την ξανθιά κόμη.

«Ήπιε καφέ, κάτσε ήσυχα».

Τι να της απαντήσει κι η μάνα μου. Δεύτερη νύχτα που κοιμόταν στο νοσοκομείο. Της καλάρεσε της γιαγιάς ο ιατρός και άρχισε τα κεράσματα. Είχε χάσει επεισόδια. Το τελευταίο καρέ ήταν: εσωτερικός χώρος. Σπίτι. Στο τραπέζι της κουζίνας. Μάνα και κόρη  πίνουν καφέ. Εκεί σταμάτησε το μυαλό της.

Μετά ο λαιμός της φούσκωσε σαν να κατάπιε γλειφιτζούρι. Η φωνή της, κόπηκε. Η μάνα μου επέμεινε να την πάρουνε σηκωτή. Οι υπόλοιποι, παππούς και θείοι έμεναν να κοιτάζουν την κούκλα τους. Και θα έμεναν μέχρι την επομένη περιμένοντας να περάσει. 

Τελικά δεν ήταν σοβαρό. Ήταν όμως σοκ. Αλλεργικό. Την έγδερνε ο λαιμός της όλη μέρα και ξετρύπωσε από κάπου μια ληγμένη lisopain. Η κατοχική μανία του παππού όλα να τα φυλάει παραλίγο να πνίξει την πριγκηπέσα.

«Παρ’ ολίγον πνιγμός» έλεγε και το περσινό καλοκαιρινό εξιτήριο. Παραθέριζε στον Άγιο Αντρέα. Δεινή κολυμβήτρια. Πλατσούριζε στα άπατα. Ο σύζυγος μιλούσε με κάτι χήρες εκεί κοντά και εκείνη βυθίζονταν στα νερά. «Κάτι με ρουφούσε, με τράβαγε κάτω». Πνιγόταν. Μόνη της. Η παραλία γεμάτη κόσμο και εκείνη με τα πνευμόνια γεμάτα αλμύρα. Την πήραν με ελικόπτερο. «Παιδί μου, δε θυμάμαι πολλά. Εκείνο με τραβούσε κάτω και εγώ ήθελα να βγω πάνω. Κουνούσα τα πόδια και σώθηκα». Εκείνο; Όποιος θέλει να ζήσει νικά το θαλασσινό το τέρας.

Πρώτο βράδυ και η φωνή ακόμα να επανέλθει. Η μάνα μου στο πλάι της να την προσέχει. Η γιαγιά, στο κόκκινο. Τα πράσινα μάτια της είχαν ζωηρέψει επικίνδυνα και ό,τι δύναμη σπαταλούσε στην ομιλία, την είχε δανείσει στο υπόλοιπο κορμί. Ξάγρυπνη. Φοβήθηκε πως αν έκλεινε τα μάτια θα ήταν μια κι έξω. Η μάνα μου που δεν είχε τέτοιο φόβο, τα έκλεισε από την κούραση για δεύτερα. Τότε η γιαγιά με νεύρα, απόγνωση και πείσμα μελλοθάνατου ένωσε τα δυο της χέρια σε δυνατά παλαμάκια. Να την ξυπνήσει, να τη μαλώσει που τόλμησε να πάψει να την κοιτάζει.

Το επόμενο πρωί μίλησε. Το πρήξιμο είχε υποχωρήσει. Δεν είπε πολλά. Μόνο μια φράση. «Η Αγία Μαρία θα πάει στον Παράδεισο». Το πίστεψα. Έχει γούστο… Όλοι δε λένε πως εκείνος που φεύγει το ξέρει;

Οι ώρες περνούσαν και η κατάσταση της Αγίας Μαρίας όλο και βελτιώνονταν. Μόλις ο βραδινός ιατρός ήρθε για το τσεκ, έδωσε στην κόρη της την εντολή να του ψήσει καφέ. Νόμιζε πως ήταν στο σπίτι. Εκείνο το κυριακάτικο απόγευμα της πρώτης άνοιξης με τα παιδιά της μαζεμένα και τον παππού παρέκει, και ήθελε να περιποιηθεί τον άγνωστο καλεσμένο.

Η Αγία Μαρία ήταν ήδη στον Παράδεισο. Στον επίγειο Παράδεισο της οικογενειακής ευτυχίας. Εγκεφαλικά, προβλήματα στα πόδια, πέσιμο, παρ’ ολίγον πνιγμοί. Και όμως είναι ακόμα εδώ. Όσο η αγάπη την κάνει να νιώθει  πριγκηπέσα, δεν έχει να πάει πουθενά. Ο βιβλικός Παράδεισος καλά θα κάνει να περιμένει.

.

Το διήγημα περιλαμβάνεται στη συλλογή “Αλτσχάιμερ Trance” (Εκδόσεις Τετράγωνο)

Ιδεόστατο 

Διήγημα: Ανησυχία, αταξία και ανασφάλεια

Ζωντανή σκόνη σε νεκρικά κύτταρα. Μέρες ακαθάριστο το σπίτι. Άδειο το μπουκάλι με τη χλωρίνη. Πρέπει να βρω άλλο τρόπο να σκοτώσω τις μικρές μου ζωές. 

Τα αλουμίνια έχουν δικλείδα ασφαλείας, μέχρι κι αυτά. Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη. Με την τρίτη μπορεί και να τα καταφέρει. Στέκομαι «ωραία κλειδωμένη» πίσω από παράθυρα που έχω να ανοίξω μέρες. Μια, δυο, τρεις, δεκατρείς και είμαι ακόμα στην προσπάθεια.
Δεν μου χρειάζονται γαλάζιοι ουρανοί που πετούν μέσα τους αεροπλάνα. Έχω έναν φοβικό σκούρο μπλε να με πλακώνει βράδυ-πρωί. Τα ουράνια τόξα του γίνονται κατηφορικές τσουλήθρες. Tα όργανά μου αγκυλώνονται στα χρώματα της ίριδας. Κάτι θρεμμένα αστέρια μασουλάνε όλο απληστία τις γενέθλιες ευχές μου. Δεν νιώθω πείνα.
Στο ψυγείο μέσα, τα σαγόνια του καρχαρία. Περνάω απ’ έξω, ακούω το σαρκικό παραμιλητό του και δεν έχω καμία ανάγκη πρωτεϊνικής ανταπόδοσης. Κλείνω το μάτι στο τσάι ροδάκινο τρόπο να βρει να κυλήσει μέσα μου. Ξηρασία. 
Η εποχή πάσχει από έλλειψη θαύματος. Όχι όμως και θύματος. Ξεπαγώνω πάντα από την κατάψυξη μερικά για τις ανάγκες των λεόντων. Άμα σωθούν τα κατεψυγμένα, θα αρχίζω να ακονίζω τις ντροπαλές μου άκρες φρέσκο πράμα να βάλω στο τραπέζι. Δεν ξέρω αν θα χορτάσουν με μένα τα ζωντανά. 
Στη δική μου οικογένεια  παλεύουμε με την ασιτία, σας εύχομαι να βρείτε άλλες πιο υγιείς. Σας παρακαλώ να μου πείτε και πού κατοικίζουν να πάω να τους κλέψω λίγες χαρούμενες καθημερινότητες κι ας μην έχω καθόλου χώρο για να τις βάλω-οι αποθήκες σώθηκαν. Στα μάτια μου χτυπάνε κόκκινοι συναγερμοί. Δεν ακούω τίποτα. Είμαι η σειρήνα της νέας εποχής, με τα αυτοάνοσα μάγια. Στην πλάτη μου αναπαύονται τόσοι και τόσοι υπνωτισμένοι λαοί. Στα τοιχώματα της κοιλιακής μου χώρας, χτυπάνε τα μαχητικά τους κεφάλια οι πολεμόχαροι. Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να με γκρεμίσουν τα παρελθόντα.
Στο δρόμο οι κόσμοι σκοντάφτουν ημιγενναίοι σε συνειδήσεις. Κάποιοι ακόμα περιμένουν τον ερυθρό σταυρό για τσιρότα. Το μόνο ερυθρό είναι εκείνο της κοχλασμένης ντομάτας που κάνει τα ήμερα να μοιάζουν συνταγές μαγειρικής. Δεν έχω πια γεύση.
Η γιαγιά μου μασουλάει τα λόγια της, πως έζησε λέει δυο πολέμους. Της έχω νέα. «Ζούμε τον τρίτο και φαρμακερό». Υψώνει το κεφάλι της να ακούσει τα βομβαρδιστικά. Ησυχία. Παραμερίζει το κουρτινάκι της κουζίνας, πουθενά τανκς. Μόνο αυτοσχέδια σπιτικά ζητιανιάς, άρρωστες μυρωδιές δακρυγόνου, ποδοπατημένα ελευθεριακά πανό και πολλά κιλά Ζητάδων. Κάνω το σταυρό μου να βουλιάξουν στην άσφαλτο μαζί με τις μηχανές τους και μετά τον ξανακάνω μια δεύτερη που γίνομαι εκδικητική. Αλίμονο, μια φορά είπα κι εγώ να ταιριάξω με το κλίμα.
Ψάχνω σε νοητά λήμματα τη λέξη «οπισθοχώρηση» και απορώ γιατί σε κανένα δεν συνωνυμεί με τη γενναιότητα. Θυμάμαι τα τρεχαλητά μας γύρω από το Πολυτεχνείο. Να ζουν ακόμα τα μαύρα σταράκια των καταλήψεων; 
Μαχαιρώματα μετά τις συναυλίες, αλλοδαπά ξυλίκια, τυχαίες προσαγωγές, ρουφιάνοι συνελεύσεων, λευκά κελιά. Μέχρι τις φυλακές της Λάρισας είχαμε φτάσει για την πορεία. Όσο θυμάμαι, τόσο ανοίγουν τα μάτια μου. Ψάχνω στο συρτάρι του κομοδίνου για τη νεανική μου φύση. Πουθενά. Μέσα του μόνο λογαριασμοί. Ανεκπλήρωτοι, ανεξόφλητοι και καθόλου κλεισμένοι. Η αδικία τη σήμερον γράφεται με κρατικές πίξελ ειδοποιήσεις.
Οι μέρες είναι χυδαίες, νοσηρές και άγριες. Με απωθεί αυτή η ζωή όπως ο απογευματινός αέρας ενός παράθυρου αναγκάζει τα δαχτυλίδια καπνού να μπουν κι άλλο μέσα στο σπίτι. Βαραίνω μα δεν γειώνομαι -καταραμένοι νόμοι.
 Ξεφορτώνω τις γλάστρες από το χώμα τους με κουτάλι σούπας και είναι η πιο μεγάλη κίνηση όλης της μέρας μου. Λασπώνομαι μέχρι τους αστραγάλους. Αντίστροφη μέτρηση για την καταβύθιση στον πυρήνα της γης. Χαιρετώ μια πομπή από μυρμήγκια, γυαλίζω τα δόντια μου στα πολύτιμα υπόγεια πετράδια και βαριεστημένα ανοίγω τα μάτια μου στο χαμένο χρόνο.
Γίνομαι άνθρωπος άνευ προοπτικής. Όχι για το αύριο. Για το τώρα. Η ματαιότητα καμπανίζει στα αυτιά μου μαζί με τον ήχο που βγαίνει από τις κακές ειδήσεις. Κλείνω την τηλεόραση και πηγαίνω πίσω στις αναμνήσεις. Ακούω ένα γουργουρητό, είναι οι μύγες που στροβιλίζονται στα ταβάνια. Δεν τις φτάνω και τις ξεχνάω. Μα εκείνες φτιάχνουν εβένινο φωτοστέφανο και με ακολουθούν. Ορατές από τους πάντες, πλην εμού. Μου αρέσει αυτή η αφαίρεση. Να ακολουθείται το όνομά μου από την παύλα. Τη βάζω στην παλάμη μου, την καταπίνω χάπι και την κάνω εμετό. Δεν της αξίζω.
Ένα μωρό χωρίς γάλα κλαίει στην πόρτα μου. Βάζω λίγο σε μια καινούρια σύριγγα και την αφήνω στο χαλάκι. Ήθελα να είχα παραπανίσια ζωή να του δώσω να τη δοκιμάσει. Ήθελα; Πεσμένα φύλλα στο δρόμο. Φθινόπωρο στην εποχή. Κάτι μέσα μου φουσκώνει. Ανησυχία, αταξία και ανασφάλεια. Η επανάσταση ξεκινά από τη φύση και τις λέξεις. 
Μέσα στην κούνια, ένα τυπωμένο χαρτί. Κυκλώνω σε συννεφάκι το όνομα μου και ταξιδεύω πάνω από άγνωστες στέγες. Κάτι μέσα μου χοροπηδάει σχεδόν ευδαιμονικά. Κοίτα με καλά. Πατάω ελαφρά στον κόσμο μόνο με το βαφτιστικό μου και έχω τριγύρω μου όλες τις πιθανότητες. Η ανάσα μου πιο ζωηρή, πιο γρήγορη. Να μην αργήσω να ακουμπήσω την αλλαγή μου στο ημερολόγιο καταθλίψεως. Κάθε μεταβολή διάθεσης πρέπει να καταγράφεται.
Κάθε κίνηση. Κάποτε που πήγα να πετάξω πέτρα σε κάμερα, έπεσε στα πόδια μου. Από νηπιαγωγείου ποτέ δεν στοχεύσαμε μακριά. Ψείρες γέμιζε το κεφάλι σου και δεν το έλεγες στο διπλανό. Η όξινη λοσιόν μυστικό κλεισμένο στο δικό σου στόμα, στο δικό σου μαξιλάρι. Η μαμά μαζί με το σάντουιτς έδινε και την απαγόρευση. «Ό,τι συμβαίνει στο σπίτι, μένει στο σπίτι». Κι ας μάτωναν τα συμμαθητικά κεφάλια από τα ξυσίματα.
Κι ας ματώνουν τα οργισμένα κεφάλια από την καταστολή. Ο καθένας περιθάλπτει τις μαχητικές του πληγές στην άνεση της οικίας του. Κι εγώ αστράφτω. Επειδή στον πάγκο της κουζίνας φωσφορίζουν τα φλουό μου μαχαίρια. Τα παίζω στα δάχτυλα. Γρατζουνιέμαι από το παιχνίδι και τα παρατάω. Όμως όχι σήμερα, όχι.
Ανησυχία, αταξία και ανασφάλεια. Σκουντάω τις νέες λέξεις που γεννήθηκαν μέσα μου. Είναι ολοζώντανες. Πάω το χρόνο πίσω να δω τι με έφερε εδώ, στην έγκλειστή μου απόγνωση. Ένας φοβισμένος σωρός από ώρες ορθώνεται μπροστά μου. Όχι σωρός, ο σωρός είναι ανέμελος και αυτοσχεδιαστικός. Πύργος με τα τουβλάκια του μετρημένα, αριθμημένα, πολιτογραφημένα. Η απουσία έκπληξης συνωνυμεί με τον αργό θάνατο. Η απουσία τόλμης με την αργή ζωή. 
Θα δικαιώσω το ζόρικό μου αίμα. Θα πλύνω τα βρώμικα ρούχα. Να ξεπλυθεί το πένθος, να παντρευτούν τα χρώματα, να μαλακώσουν οι ίνες. Ανοίγω τον τηλεφωνητή, δέχομαι και πάλι μηνύματα. Δέχομαι άρα υπάρχω. Υπάρχω άρα ανησυχώ. Ανησυχώ άρα κινούμαι. Κινούμαι άρα αναζητώ. Αναζητώ άρα βρίσκω. Βρίσκω άρα χάνω; 
Τα φλουό μαχαίρια σχηματίζουν νέον γράμματα. Κανένας δεν είναι ταγμένος να λατρεύει τη ζωή. Κάποτε όμως ίσως γίνει πιστός σύμμαχός της.
Ακονίζω αντανακλαστικά, περιέργεια και αλληλεγγύη. Τώρα που η καρδιά μου χτυπάει πιο δυνατά, αύριο θα έχω πολλά να κάνω. Μη με ρωτήσεις πού χωράει η αγάπη. Σήμερα κυλάει στις γαλατένιες γουλιές που ρουφάει το άγνωστο μωρό της αγκαλιάς μου.

6 Μέρες

Μοναξιά σε βάθος πεδίου Η Στέργια Κάββαλου γράφει για τον Τένεσι Ουίλιαμς


 

Δεν αρέσει σε όλους να διαβάζουν θέατρο. Δεν αρέσει σε όλους να είναι μόνοι. Στα «Μονόπρακτα» του Τένεσι Ουίλιαμς κυκλοφορεί τόση μοναξιά που θες τα λόγια να τα διαβάσεις φωναχτά μήπως και καταφέρεις με την ένταση της φωνής σου να τη διώξεις πέρα. Κι ας την απολάμβανες μέχρι χτες.
Αθλια επιπλωμένο δωμάτιο στη γαλλική συνοικία της Νέας Υόρκης, παλιό λίβινγκ ρουμ κάποιας κωμόπολης του Μισισιπή, παλιομοδίτικα και ακατάστατα έπιπλα, πράσινες ξεθωριασμένες κουρτίνες ξενοδοχείου, πορνείο «Κοιλάδα» στο ανατολικό Σεν Λούις, φτωχικό δωμάτιο Ιταλιάνας της Αμερικής, σιδηροδρομική γραμμή με γαλακτώδη ουρανό, βαρύς αμερικανικός νότος.
Οι τόποι των ηρώων μυρίζουν παρελθόν. Οι ήρωες γυρίζουν τον χρόνο πίσω. Κι αυτό συμβαίνει τώρα. Είναι με το ένα πόδι στο ανελέητα προδιαγεγραμμένο τους μέλλον μα χορταίνουν την πείνα τους με την ψευδαίσθηση της ελπίδας, πότε θλιβερά μουδιασμένοι και πότε -εξίσου θλιβερά- μάχιμοι. Αγγίζουν τα όρια της τρέλας, θα πει κάποιος. Ποιος όμως όρισε τη λαχτάρα της διαφυγής ως ένδειξη παραφροσύνης;
Η πραγματικότητα είναι ένα ταλαίπωρο χαρτί που το μουντζουρώνουν, το χρωματίζουν, το ψιλοκόβουν μα δεν το σκίζουν ποτέ τελείως. Γιατί το βάσανο είναι της ανθρώπινης φύσης και αυτό ο Ουίλιαμς μοιάζει να το χρειάζεται όπως το παιδί που σβήνει την καλοκαιρινή του κάψα στο παγωτό. Να το χρειάζεται, να το θυμάται και να το μαλώνει. Μέχρι το μάλωμα να γίνει χάδι και το αντίστροφο.
Ογκώδης σπιτονοικοκυρά μαλώνει την κυρία Χάρτγουικ Μουρ για το αργοπορημένο νοίκι, άκαμπτη μάνα τιμωρεί το αδέσμευτον της κόρης της, πλασιέδες παπουτσιών ανταγωνίζονται την πείρα και το καλό τους μάτι, τα κορίτσια της «Κοιλάδας» παλεύουν να διώξουν την άρρωστη πόρνη. Η άρρωστη πόρνη παλεύει να διώξει από το μυαλό της τον Τσάρλι που κάποτε την αγάπησε.
Η κοινωνική λειτουργός ανακρίνει τη μάνα Ποτσιότι -κάποιο βρέφος θα κλάψει σύντομα από την ανήλικη κοιλιά της κόρης της-, ο Τομ θυμώνει με τη Γουίλι που βιάζεται να γίνει γυναίκα από τα δεκατρία της και η δεσποινίς Σκοτ μετρά τα δεκαπενταετή τριαντάφυλλα στο γραφείο της συντρόφου της. Δεκαπέντε. Οσα τα αγκάθια, τόσα και τα χρόνια.
Γυναίκες κεκλεισμένων των θυρών που θέλεις να κάτσεις μαζί τους να πιεις τσάι, που πιάνεις χτενάκι να τους στολίσεις στα μαλλιά, που σου δανείζουν τα πολυτελή κουρελάκια τους να τα φορέσεις. Ηρωίδες μιας προφορικότητας που ενεργοποιεί την πιο ποιητική σου μνήμη. Και ένας Τένεσι Ουίλιαμς να τροχονομεί τις χίμαιρες, να ρίχνει τα καθεστώτα. Της μυθοποιημένης ελευθερίας τους.
Ονειρα που δεν γίνανε, αγάπες που δεν επαληθεύτηκαν, συντροφιές που ποτέ δεν ήρθαν, γερασμένες καθημερινότητες, μυστικά σε πορτοπαράθυρα, εφηβικά μεγαλεία. Πράγματα οικεία, φόβοι μύχιοι που ο Ουίλιαμς τόσο φυσιολογικά ξεσκονίζει. Οπως περνάς το δάχτυλό σου από τους γκρίζους κόκκους του σύνθετου και μετά ποντάρεις στις πιθανότητες ενός γερού σαπουνίσματος.
Φορά βρόμικο μπλε βελούδο, ασημένια μεγαλίστικα γοβάκια, ψεύτικα χρυσά βραχιόλια και ισορροπεί στις ράγες, κρατώντας μια σάπια μπανάνα και μια ξεμαλλιάρα κούκλα. Κρατώντας τον θάνατο και τη ζωή. Στη μεγαλειώδη Γουίλι συγκεντρώνονται οι ηρωίδες -ακόμα και οι ήρωες- του κάθε μονόπρακτου. Χέρια σε έκταση, χείλη στο κόκκινο και μοναξιά σε βάθος πεδίου. Οχι η δικιά τους, όχι η δικιά σου, αλλά της ανθρωπότητας όλης.

ζουρναλικά 

Doc TV 

10 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ: Μανώλης Αναστασάκος

Mε αφορμή το SOS project στην πλατεία Συντάγματος

Άρτι αφιχθείς από το Βερολίνο, στον απόηχο της τρίτης ατομικής του έκθεσης “personhood” που παρουσιάστηκε στην Αθήνα και εν μέσω αγανακτισμένων projects αλληλέγγυων της πλατείας, ο εικαστικός Μανώλης Αναστασάκος μας μιλά για το ταξίδι και τον προορισμό, το χρώμα και το υλικό, το θάνατο και το φως.

-Έχεις ταξιδέψει στα πιο απίθανα μέρη, χορταίνουν ποτέ τα μάτια; Αν κάποιος σου ζήταγε να του δείξεις τον κόσμο, τι θα του έδειχνες;Θα του έδειχνα την καρδιά του. Η καρδιά μας είναι ο καλύτερος προορισμός και συνάμα η Ιθάκη μας. Έτσι θα μπορούσε με άνεση να κάνει τα ταξίδια του μυαλού του και των επιλογών του με αποσκευές-εργαλεία τα συναισθήματα του, προκειμένου να νιώσει και να κατανοήσει κατ’ επέκταση τον κόσμο που θα βρει στο διάβα του. Δεν θα πρότεινα έναν άλλο προορισμό σε κανέναν αν πρώτα δεν είχε βρει το τόπο όπου κατοικεί η καρδιά του. Συνήθως πάμε σε διάφορα μέρη για να βρούμε πώς να κάνουμε ένα βήμα από τον εαυτό μας ή αντίστοιχα ένα βήμα προς τον εαυτό μας. Για να δεις τον κόσμο, πρέπει πρώτα να ξέρεις να ταξιδεύεις μέσα σου. Αλλιώς όπου και να πας θα πας σαν τουρίστας και όχι σαν ταξιδιώτης.

-Ζωγραφική, γλυπτική, χαρακτική, κατασκευές, φωτογραφία, video art. Το μέσο για… Να εκφραστείς! Τι άλλο από εργαλεία που μας βοηθούν να ξεπηδήσουμε από τον κόσμο της ιδέας στον κόσμο της μορφής. Πολλές φορές αυτά τα μέσα σε δεσμεύουν, σε προκαλούν να τα ξεπεράσεις και συνάμα να κατανοήσεις τα όρια και τις ιδιότητές τους. Ζωγραφική, γλυπτική, χαρακτική, κατασκευές, φωτογραφία, video art και ούτω καθεξής δεν είναι άλλο από εργαλεία, που τα διαμόρφωσε ο χρόνος μέσα στα χέρια καλλιτεχνών επί το πλείστον προς όφελος της ιδέας, της εικόνας, της ανάγκης για έκφραση.

-Αγαπημένα χρώματα, αγαπημένα υλικά, αγαπημένα τελετουργικά.Τα χρώματα τα αγαπώ για τα πλούσια ερεθίσματα που προσφέρουν στα μάτια μου. Το χρώμα είναι για μένα το εξωτερικό περίβλημα, το εξωτερικό δέρμα σε οτιδήποτε στρέφω τα μάτια μου. Όλα τα χρώματα τα αγαπώ για διαφορετικούς λόγους. Τα υλικά είναι αυτά που συνέχουν πάνω τους τα χρώματα και χωρίς αυτά δεν θα μπορούσα να γνωρίσω το πάντρεμα που κάνουν προσφέροντας μου υφές και συναισθήματα. Ακόμα και στις πιο αιθέριες δομές τους, τα υλικά καταφέρνουν να συγκρατούν επάνω τους χρώματα και τόνους, υφές και ρυθμό. Όσο για το τελετουργικό που τελείται υπό αυτές τις συνθήκες, δεν θα μπορούσε να είναι άλλο από την μύηση μας στο φως και τη ζωτικής σημασίας σχέση μας με αυτό.

-Η μοναδικότητα ενός έργου τέχνης και ο αποχωρισμός του από το δημιουργό σημαίνει εξοικείωση με το τέλος άρα και το θάνατο; Πού υπάρχουν έργα σου και πού θέλεις να φτάσουν; Ο αποχωρισμός είναι κεκαλυμμένος φόβος για αλλαγή. Η αλλαγή με την σειρά της προκαλεί συνήθως ανασφάλεια προς το άγνωστο. Κάτι που μπορείς να το πεις και θάνατο μια και ο θάνατος είναι μια αλλαγή άγνωστη προς εμάς. Παρόλα αυτά ως δημιουργός γνωρίζω πως δεν υπάρχει θάνατος χωρίς ζωή και αυτό με σπρώχνει όλο και πιο κοντά στο άγνωστο . Δεν έχει σημασία τόσο, σε ποια μουσεία και σε ποιες συλλογές είναι τα έργα μου και πού θα ήθελα να φτάσουν όσο το γεγονός ότι τα έργα μου κατοικούν όλα μέσα μου, είναι το προσωπικό μου ημερολόγιο και αυτό μου φτάνει. Μου φτάνει ο χρόνος και ο τρόπος που διαχειρίστηκα τις ανησυχίες, τις έρευνες και τα εργαλεία μου με μόνο στόχο πάντα να φτάσουν να γίνουν εικόνα με την λιγότερη έκπτωση από την αρχική ιδέα.

-Πότε ένα έργο τέχνης είναι σπουδαίο; Κατά την δική μου εκτίμηση ένα έργο είναι σπουδαίο όταν καταφέρει να έχει το ίδιο βάρος σε όλες τις καρδιές και σε όλα τα χείλη. Από την άλλη υπάρχει και η αίσθηση πως ένα έργο τέχνης είναι σπουδαίο όταν καταφέρει μέσα από αυτό ο δημιουργός του να κάνει ένα ακόμα βήμα προς το εκάστοτε θέμα, παρακινώντας την αντίληψη μας με τρόπο ανατρεπτικό. Υπάρχουν σπουδαία έργα και από την πρώτη κατηγορία αλλά και από τη δεύτερη. Το σπουδαιότερο όμως έργο είναι αυτό που παντρεύει τις ιδιότητες και των δύο παραπάνω κατηγοριών με το βλέμμα του θεατή - δέκτη. Σκοπός είναι να αναδιοργανώσουμε τον κόσμο των εικόνων σε μια συνταγή σύγχρονη πλην όμως και διαχρονική. Εξαρτάται βέβαια πάντα από το «βλέμμα» της εποχής.

-Η αστική κουλτούρα μοιάζει dominatrix. Είμαστε τέκνα ή θύματά της; Θύματα σίγουρα, μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Η αστική κουλτούρα, για τον καθένα από εμάς, ενυπάρχει στην καθημερινότητα του και στην ποιότητα ζωής που διαλέγει να κάνει. Υπάρχουν βέβαια και αυτοί που ενώ είναι θύματα, αυτοπαρουσιάζονται σαν τέκνα της και σαφώς και το αντίστροφο. Δυστυχώς η αστική κουλτούρα είναι μεθοδευμένα τροποποιημένη έτσι ώστε να παράγει τέκνα ή θύματα. Πιστεύω όμως πως μέσα σε όλο αυτό το σύστημα μπορούμε πάντα να βρούμε ακατέργαστα στοιχεία που επιβεβαιώνουν την εξαίρεση στον κανόνα.

-Η street art όταν μπαίνει σε γκαλερί και μουσεία, τι παθαίνει; Ότι παθαίνει και ένα ψάρι όταν το παίρνεις από το ποτάμι ή τη θάλασσα και το βάζεις σε ένα ενυδρείο. Η συγκεκριμένη τέχνη είναι εξ’ ορισμού μια τέχνη του δρόμου, η οποία εξελίσσεται σε σχέση με τον δρόμο καθώς και τους παράγοντες που προκαλούν την εν λόγω δράση. Δεν έχω πρόβλημα να μπαίνει η τέχνη μου και γενικότερα η street art μέσα σε μουσεία, γκαλερί ή ακόμα και σε σπίτια συλλεκτών αρκεί να είναι γνωστό το αρχικό περιβάλλον και η διάφορα που ανέφερα παραπάνω. Με λίγα λόγια, ευχάριστο το ψάρι στη γυάλα αλλά θα ήταν ακόμα καλύτερο αν μπορούσαμε να το απολαύσουμε στο φυσικό του περιβάλλον.

-Έχεις κάνει art therapy με παιδιά. Η τέχνη κλείνει ή ανοίγει πληγές; Η τέχνη έχει πολλές ιδιότητες και μέσα από αυτές συνήθως κλείνει πληγές παρά ανοίγει. Μέσα από αυτήν καταγράφηκαν όμως πολλές πληγές και πολλές αντιξοότητες. Υπάρχει και η δυνατότητα ένα έργο τέχνης να πληγώνει εσκεμμένα θυμίζοντας στο θεατή μια πληγή, εσωτερική ή εξωτερική . Εν γένει όμως η τέχνη εξυψώνει το πνεύμα και τη δημιουργικότητά μας. Μας επιτρέπει να ονειρευόμαστε ξύπνιοι, να μαθαίνουμε ότι μπορούμε από το τίποτα να δημιουργήσουμε κάτι και το πιο σημαντικό όλων, κατά την δική μου εκτίμηση, να μαθαίνουμε να συγκεντρωνόμαστε. Ειδικά στην σημερινή εποχή που πάσχουμε όλοι από έλλειψη συγκέντρωσης και νιώθουμε χαμένοι μέσα στην απροσεξία και το άδικο. Η τέχνη λειτουργεί και σαν πληγή και σαν θεραπεία.

-Η σημερινή εποχή είναι πολεμική. Τι σχέδια για το μέλλον μπορεί να κάνει ένας εικαστικός καλλιτέχνης; Μόνος εναντίων όλων ή σε αναζήτηση συμμάχων; Η ισχύς εν τη ενώσει θα ήταν κάτι ιδανικό αλλά ταυτόχρονα ουτοπικό, ειδικότερα στην Ελλάδα. Έτσι μένουμε μόνοι να προσπαθούμε να οργανώσουμε τις σκέψης και το «λεξιλόγιο» που μας προσφέρεται από την καθημερινότητα. Λέω ναι στο «μόνος εναντίων όλων» αν υπάρχει ουσιαστικός λόγος, μα λέω ναι και στην αναζήτηση συντρόφων που τόσο πολύτιμη είναι. Ευτυχώς εγώ έχω ανθρώπους γύρω μου που μπορώ να τους εμπιστευτώ όχι μόνο το έργο και την ιδέα μου αλλά και την καρδιά μου και με τιμά η φιλία και η συναδελφικότητά τους. Παρόλα αυτά ξέρω πόσο δύσκολο είναι να συμπορευτούν οι καλλιτέχνες και να δράσουν όλοι μαζί. Ελπίζω σε αυτούς τους πολεμικούς καιρούς να γίνουμε ένα.

-Τελικά τι είναι το φως; Το φως είναι το κοινό συστατικό που ενώνει όλα τα παραπάνω. Ενώνει τη ζωή με την ύλη, την ύλη με το χρώμα, το χρώμα με την τέχνη, την τέχνη με τη ζωή και ούτω καθ’ εξής. Το φως είναι η συνιστώσα που καταφέρνει να μας κάνει να βλέπουμε τόσο έξω από εμάς, όσο και μέσα μας. Είναι η αντίπερα όχθη από το προσωπικό μας σκοτάδι. Το φως συνέχει μέσα του όλες τις ιδιότητες που θα μπορούσε να ζητήσει το αδηφάγο και αχόρταγο μάτι του καλλιτέχνη όσο και το ανεκπαίδευτο μάτι του οποιουδήποτε άλλου. Το φως είναι για εμένα η διάνοια και η ζύμωση του ορατού, προκαλώντας καθετί αόρατο. Είναι αυτό που όλα τα βλέπει και όλα τα χαρακτηρίζει.

 Doc TV 

10 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ: Κ. Βήτα

Mε αφορμή την παρουσίαση του Transformations Live πάνω σε μουσική του Μάνου Χατζιδάκι

- Σ’ έναν κόσμο λιγότερο ηλεκτρικό πού θα ψάχναμε για μουσική; Τι να πω… ας θυμηθώ λιγάκι, παλιά στο χωριό δεν υπήρχε ρεύμα και με τον ξάδερφό μου είχαμε ένα πικ απ με μπαταρίες. Είχαμε 5 σινγκλάκια μικρά και το βράδυ βγαίναμε στην αυλή πίσω και βάζαμε μουσική και κοιτάγαμε τα αστέρια, που και που ακούγαμε τα γουρούνια ή τον καημένο τον γάιδαρο και βάζαμε τα γέλια. Αν δεν είχαμε μπαταρίες πιάναμε το τραγούδι και λέγαμε ότι ξέραμε.


- «Θα διασχίσεις ένα πρωινό τον κόσμο». Η περιπλάνηση, κίνηση αντανακλαστική ή ευχής έργο; Στα τραγούδια μου αποτυπώθηκαν αυτά που κατά κάποιο τρόπο έζησα. Η περιπλάνηση είναι μέρος της ζωής μας, όλοι κατά κάποιο τρόπο έχουμε ζήσει κάτι αντίστοιχο ή είχαμε την ανάγκη να περιπλανηθούμε. Έτσι γεννήθηκαν και τα τραγούδια μέσα στο χρόνο. Η περιπλάνηση είναι ένας τρόπος κάποια στιγμή για να πάρεις αποφάσεις, να μείνεις μόνος, να εστιάσεις, να σκεφτείς πως πρέπει να αγαπάς. Διαβάζεις, ακούς, παρατηρείς τους άλλους και κάποια στιγμή γυρίζεις σπίτι.


- «Θεράπευσέ με από την αρρώστια του συστήματος». Τι θα μας γλιτώσει; Μόνο ο εαυτός μας αν του μιλήσουμε με ειλικρίνεια. Η φωνή της ψυχής μας. Αν το ζητήσουμε μέσα από αγάπη, ναι. Ο άνθρωπος έχει μεγάλη δύναμη μέσα του απλά δεν την εκμεταλλεύεται, συνήθως σπαταλά σε αρνητική δύναμη το δυναμικό του. Το να κάνεις το αρνητικό είναι πάντα πιο εύκολο από το θετικό γιατί απλά δεν χρειάζεται πολλή σκέψη και ο άνθρωπος σε ένα μεγάλο μέρος της ζωής του κινείται μέσα από τον παρορμητισμό ή από υπερβολικό συναίσθημα.


- Η σύνθεση μπορεί να είναι πράξη επαναστατική; Τι να σας πω δεν γνωρίζω. Μπορεί όμως κάποιος να γράψει ένα κομμάτι έτσι απλά και κάποιος άλλος να το παίξει δυνατά από ένα παράθυρο και αυτός που περνάει από κάτω στον δρόμο να βάλει τα κλάματα ή να δει μέσα σ αυτές τις νότες ολόκληρη την ζωή του ή απλά να αντιληφθεί κάτι που δεν είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό του.


- Transformations και Μάνος Χατζιδάκις: Είναι μια δουλειά που κυκλοφόρησε το 2004 από τον Σείριο. Πήγα κατά κάποιο τρόπο στις σκιές των τραγουδιών για να μεταφέρω απόηχους και να δημιουργήσω συχνοτικές πλατφόρμες, τοίχους μουσικής.


- Νοέμβρης του 2011 και το σύμπαν των Μετασχηματισμών προσγειώνεται στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Τι έχει αλλάξει;Το έργο που θα παρουσιάσω δεν έχει αλλάξει αλλά από τότε μέχρι σήμερα έχουν γίνει πολλά. Και τα πράγματα άλλαξαν και εγώ άλλαξα και προσπαθώ καθημερινά όπως κάθε άνθρωπος.


- Το μουσικό μέρος παρουσιάζεται συνοδεία video art του Γιώργου Θεωνά. Μια εικόνα ίσον… Εξαρτάται τι θέλει και τι μπορεί να αντιληφθεί κάθε άνθρωπος.


- Τελικά, θα είμαστε ευτυχείς; Εξαρτάται πως ορίζει κάποιος την ευτυχία. Εξαρτάται σε ποιο σημείο κοιτάς για να βρεις την ευτυχία.


- Τι θεωρείς σπίτι; Την καρδιά μου.


- Η καλή σκέψη που σώζει τη μέρα; Ας έχω σήμερα λίγο μυαλό.

 Doc TV 

10 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ: Νίκος Βελιώτης

Νίκος Βελιώτης σαν να λέμε In Trance, Ανάσες των Λύκων, Mohammad...

Νίκος Βελιώτης και IΤ 95. Νίκος Βελιώτης και Ανάσες των Λύκων. Νίκος Βελιώτης και Mohammad. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και τον ηλεκτρονικό ποπ ήχο στην πειραματική συνάντηση με τον Γιάννη Αγγελάκα και το spiriti, τη δεύτερη δισκογραφική δουλειά των Μohammad. Ένας video artist παγιδευμένος στο σώμα ενός μουσικού μιλά για εικόνες, συναντήσεις και παράλληλα σύμπαντα.


- Πόσο η επιστροφή των In Trance 95 σημαίνει ότι χωρίς παρελθόν δεν υπάρχει και μέλλον; Σ’ ένα παράλληλο σύμπαν οι ΙΤ95 δεν σταμάτησαν ποτέ. Στο δικό μας, το παρόν είναι η κόψη του μαχαιριού και μερικές φορές είναι δύσκολο να του ξεφύγεις.


- Έχεις επιμεληθεί τα βίντεο των Λύκων και όχι μόνο. Ποια η σχέση μουσικής και εικόνας; Δεν είμαι ακόμη σίγουρος… Μερικές φορές βρίσκω πως η εικόνα περιορίζει την επικοινωνιακή δύναμη του ήχου (όπως οι λέξεις περιορίζουν την δύναμη της εικόνας). Άλλες φορές ο συνδυασμός των δύο ανοίγει καινούρια και ανεξήγητα συναισθηματικά τοπία… όπως και η ποίηση.


- Οι πιο κοντινοί σου άνθρωποι είναι οι άνθρωποι με τους οποίους φτιάχνετε μαζί μουσική; Δεν το είχα σκεφτεί αλλά μάλλον ναι. Με ελάχιστες εξαιρέσεις. Πιστεύω στην εξαίρεση ως εξισορροπητικό παράγοντα οπότε μάλλον όλα καλά…


- Έχεις γράψει μουσική για θεατρικές, χορευτικές παραστάσεις και ταινίες. Το κατά παραγγελία του πράγματος είναι ανακάλυψη ή αγγαρεία; Μέχρι τώρα έχει αποδειχθεί ανακάλυψη. Μια παραγγελία θέτει περιορισμούς που μπορεί να είναι πολύ δημιουργικοί καθώς και μια περιπέτεια, το να μπεις στο μυαλό κάποιου άλλου, να κατασκοπεύσεις τις σκέψεις του και να τις μετατρέψεις τελικά σε ήχο. Ακόμα και να καταλήξει σε αποτυχία υπάρχει κάτι να κερδίσεις.


- Cello powder. Χώρισες την ηχητική έκταση του τσέλου σε εκατό μέρη, τα έβαλες να παίξουν όλα μαζί και την ίδια ώρα κατέστρεψες το όργανο, το έκανες σκόνη και το έβαλες σε βαζάκια. Τι άλλο σου φαίνεται δημιουργικό να καταστρέψεις; Προς το παρόν τίποτα. Φυσικά θα μπορούσαν να καταστραφούν όλα τα μουσικά όργανα με αποκορύφωμα να φτιάχναμε μια σκόνη ορχήστρας την οποία ίσως και να στέλναμε στο διάστημα. Η καταστροφή εμπεριέχει την αναγέννηση και κάθε γένεση την παρακμή. Προς το παρόν περιμένω την αναγέννηση.


- Νίκος Βελιώτης + Γιάννης Αγγελάκας=

- Τι πρέπει να ξέρουμε για τους Mohammad? Τη μουσική τους. Κατά τ’ άλλα οι Mohammad είμαστε εγώ, ο Coti και ο ILIOS.


- Ποιος είναι ο πιο ποπ και ο πιο πειραγμένος ήχος που επιβιώνει στην πόλη; Ο Κώστας Σαφέτης στ’ Αγρίμια.


- Αν μπει κάποιος σπίτι σου και σου κλέψει το Mac, τι θα βρει μέσα;Έχω εγκαταστήσει ένα ειδικό μηχανισμό που ενεργοποιείται αυτόματα σε περίπτωση κλοπής στέλνοντας όλα μου τα μυστικά κατευθείαν πίσω στο μυαλό μου ενώ παράλληλα δημιουργεί στον σκληρό δίσκο μία ιδανική εικόνα του εαυτού μου.


- Τελικά, πότε θα φτάσουμε εδώ; Φυσικά και δεν θα φτάσουμε ποτέ. Ακόμα κι αν είμαστε ήδη εδώ είμαστε τόσο κοντά που δεν μπορούμε να το δούμε. Καθώς απομακρυνόμαστε το «εδώ» έχει την ιδιότητα να στροβιλίζεται με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα ελαχιστοποιώντας την δυνατότητα να αισθανθούμε όλα του τα σημεία είτε ξεχωριστά είτε ως ολότητα.

 Doc TV 

10 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ: Sleepin Pillow

Η συγγραφέας Στέργια Κάββαλου τους συνάντησε στην περιοδεία τους

Όταν ακούω τη μουσική των Sleepin Pillow, με βλέπω να μπαίνω σε δωμάτιο σκοτεινό με ξύλινο πάτωμα, παχύ χαλί, θολή σκόνη και σπασμένα παιδικά παιχνίδια. Trip-hop ήχοι, σαν παράξενα κουρδισμένα καρουζέλ, σε electro φόντο. Ατμόσφαιρα ηλεκτρισμένη και ηλεκτρική. Σάουντρακ από αληθινό όνειρο. “Simple words of truth” όπως γράφει και τραγουδάει ο frontman της μπάντας. Εμείς μιλήσαμε με τον Nomik με αφορμή την στάση τους στην Αθήνα, στα πλαίσια της περιοδείας τους, και συνειδητοποιήσαμε πως από τα πιο εύθραυστα όνειρα γεννιούνται τελικά οι πιο στέρεες πραγματικότητες.


-Το Αpples on an orange tree κυκλοφόρησε το 2008. Η διαφορετικότητα είναι πρόταση ή μονόδρομος; Μπορεί να είναι και τα δύο. Τίποτα δεν κάνουμε επίτηδες, απλά δημιουργούμε, γράφουμε, ζούμε. Μας αρέσει να πειραματιζόμαστε, να δοκιμάζουμε. Είμαστε άνθρωποι των δονήσεων, της δράσης και της αντίδρασης. Πολλές φορές είναι ζόρικο να είσαι διαφορετικός. Να είσαι μαύρος στην Ελλάδα και να πουλάς cd ή να θέλεις να ζεις ας πούμε διαφορετικά απ’ τους υπόλοιπους γύρω σου. Είναι δύσκολο να λες όχι σε όλα αυτά που γονείς, θρησκείες και γενικά η κοινωνία επιβάλλουν.


-Superman’s blues, δυο χρόνια μετά. Η εποχή φέρνει λύπη; Το να χάνει κανείς τις αξίες και τα όνειρά του και να ξεπουλάει την αξιοπρέπειά του, αυτό φέρνει δυστυχία, φτώχεια στην ψυχή και την ύπαρξή του. Οι εποχές είναι σκοτεινές, ο κόσμος υποφέρει πολύ γιατί ξόδεψε τις ελπίδες του σε ψέματα. Πρέπει να επαναπροσδιοριστούμε, να ξαναγαπήσουμε αληθινά, να διώξουμε τα αφεντικά και τα φαντάσματα από τη ζωή μας. Πρέπει να επιστρέψουμε στα βασικά, για το καλό της ανθρωπότητας.


-Οι τίτλοι υπήρχαν στο μυαλό σου πολύ πριν από τη δημιουργία της μπάντας. Τελικά όλα ξεκινούν από μια παιδική φαντασίωση; Ζω καθημερινά με τους παιδικούς μου ήρωες και συνεχώς τους συμβουλεύομαι, για το καλό και το κακό. Στους περιπάτους μου με συλλαμβάνει συχνά η μουσική. Κι εγώ, με τα λίγα μέσα που διαθέτω, τη δίνω σάρκα και οστά. Αρνούμαι να εγκαταλείψω τις παιδικές μου φαντασιώσεις. Το αποφεύγω όπως ο διάολος το λιβάνι. Κλείνω τα αυτιά μου στις σειρήνες όπως ο Οδυσσέας δεμένος πάνω σε κατάρτι.


-Ο αγγλόφωνος στίχος μπορεί να είναι πιο απελευθερωτικός; Όταν ήμουν μικρός, δεν μπορούσα να προφέρω τα «ρω». Κι επειδή ντρεπόμουν γι αυτό, άρχισα να τραγουδάω αγγλικά τραγούδια. Μετά όλο αυτό έγινε συνήθεια κι έτσι γράφω κυρίως στην αγγλική. Επιπλέον είπα στον εαυτό μου ότι είναι όμορφο, και είναι, να σε καταλαβαίνουν σε όλα τα μήκη και πλάτη του κόσμου. Λατρεύω την ελληνική γλώσσα όμως, είναι η ομορφότερη.


-«Ο φόβος και το μίσος είναι προϊόντα προπαγάνδας». Βλέπεις να υπάρχει αντίδοτο; Πιστεύω στην αλλαγή, από τα μέσα προς τα έξω. Για να αλλάξει κάτι στον κόσμο δεν αρκούν οι επαναστάσεις του δρόμου, ούτε φυσικά του διαδικτύου. Πρέπει να έρθουμε σε πόλεμο με ό,τι μας κάνει βολικά αδρανείς. Να ζήσουμε περισσότερο για το σύνολο. Να αποδυναμώσουμε τον καπιταλισμό, να μοιραζόμαστε. Ντρέπομαι ακόμα και να διατυπώσω τις αφελείς τούτες σκέψεις, είμαι σίγουρος πως πολλοί εκεί έξω θα γελάσουν ειρωνικά.


-Ποια όνειρα έκρυβαν οι Sleepin Pillow κάτω από το μαξιλάρι τους το 2004 και ποια κρύβουν τώρα; Τα ίδια όνειρα για τον άνθρωπο, για τον κόσμο που θέλουμε καλύτερο, για τη μουσική που μας κάνει λίγο καλύτερους και ποτέ της τίποτα πίσω δε ζητά. Για τις σχέσεις και τους αμέτρητους συσχετισμούς. Για τα εγκεφαλικά κύτταρα που αρνούνται να καούν στην βλακεία και την αρρώστια που βασιλεύουν. Για τα μήλα στην πορτοκαλιά που αντιστέκονται και δεν πέφτουν αλλά υποχωρούν περήφανα. Για τον υπεράνθρωπο που ελπίζω στη γενιά μου ή σε κείνη που έρχεται να αποκτήσει τα φυσικά του φτερά και όχι μάρκα μ’ έκαψες.


-Τα παραδοσιακά στοιχεία στον ήχο προδίδουν την καταγωγή ή προσδίδουν ταυτότητα στη μουσική σας; Τα παραδοσιακά στοιχεία στη μουσική ήρθαν φυσικά. Δεν τα αρνηθήκαμε ποτέ. Γιατί να το κάνουμε; Δεν ξεμπερδεύουμε έτσι απλά με το ρεμπέτικο και τον Καζαντζίδη, με τον Μάνο ή τον Σαββόπουλο. Ούτε με τους Σμυρνιούς, ούτε με τους Τούρκους. Ούτε με όλα τα πάρε δώσε του ελληνισμού μέσα στους αιώνες. Στην εποχή μας μάθαμε με ροκ και ηλεκτρονική και μόδα και κινηματογράφο και ιντερνέτ και φουλ πληροφόρηση κι έτσι όλα υπάρχουν. Το ένα μέσα στο άλλο. Το στοίχημα είναι να μη μαλώνουν μεταξύ τους.


-Πώς η Θεσσαλονίκη ως πόλη επηρεάζει την καθημερινότητα της μπάντας; Υπάρχει βουνό και θάλασσα και ένα κέντρο που ζει έντονα. Και φοιτητές και αμέτρητα καφέ. Και καφέδες με τις ώρες με συζητήσεις ενδιαφέρουσες και ότι να’ ναι. Εύκολα εδώ ακόμα βρίσκονται οι άνθρωποι κι έτσι οι μπάντες δεν σπανίζουν. Και τα λαδάδικα λένε πως είναι στοιχειωμένα, και ο Θερμαϊκός βρωμάει. Και ο Ψωμιάδης και το σκυλάδικο και η Ναυαρίνου πίτα γύρο απ’ όλα. Τι να πω; Επηρεάζει…


-Τα live σας έχουν έντονη θεατρικότητα. Πόσο η μουσική είναι και εικόνα; Τόσο. Πάντα η μουσική είναι εικόνα. Και τυφλός να είσαι δηλαδή αν ακούς μουσική, κάτι βλέπεις. Κάτι ελπίζεις, κάτι ονειρεύεσαι.


-Βρίσκεστε σε περιοδεία. Τι είναι αυτό που σας στέλνει και στην επόμενη πόλη; Η αγάπη μας και η ψυχή μας και η υπομονή μας.

 Doc TV 

10 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ: Βασίλης Γκογκτζιλάς

Με αφορμή τη διεθνή κυκλοφορία του comic book Misery City

Ο δημιουργός του Misery City, Βασίλης Γκογκτζιλάς, αγαπά το νουάρ, τον τρόμο και τη «διαφυγή σε μέρη σκοτεινά». Πιο πολύ όμως αγαπά τα ερωτηματικά με τα οποία και γεμίζει τα τεύχη της ιστορίας του. Στις σελίδες καλείται να τα λύσει ο ντετέκτιβ Max Murray . Στα δικά μας, απαντά ο ίδιος ο εμπνευστής τους και μας ξεναγεί σε ένα preview των δρόμων της πόλης και του μυαλού του.


- Ποιο το πρώτο κόμικ που διάβασες και ποιο εκείνο που σ’ έκανε να πεις «η επόμενη ιστορία θα είναι δική μου»; Δύσκολο να θυμηθώ το πρώτο που διάβασα. Κόμικς υπήρχαν πάντα γύρω μου. Στη γειτονιά, στο σχολείο, στη σχολή μουσικής. Θυμάμαι επίσης πολιτικές γελοιογραφίες, φωτορομάντζα και εικονογραφημένα παιδικά βιβλία. Όλα έπαιξαν το ρόλο τους. Από τα χρόνια του δημοτικού θυμάμαι να φτιάχνω τα δικά μου κόμιξ με περιπέτειες ηρώων και χαρακτήρες που δημιουργούσα ο ίδιος.


- Misery City. Με τον συγγραφέα Κώστα Ζαχόπουλο χτίσατε ολόκληρη πόλη μαζί. Πώς προκύπτουν τέτοιες συναντήσεις-συνεργασίες; Με τον Κώστα πρωτοβρεθήκαμε πέντε χρόνια πριν. Είχε βρει την ελληνική έκδοση ενός κόμικ μου στο γραφείο ενός κοινού φίλου. Του άρεσε και κανονίσαμε να μου δείξει τα γραπτά του. Ο Κώστας τότε ήταν αρχαιολόγος (σήμερα ανθρωπολόγος και δημοσιευμένος συγγραφέας) και θα έφευγε για ανασκαφή στη Βουλγαρία. Διάβασα τα κείμενά του, παρόλο που συνήθιζα να γράφω μόνος μου τα σενάρια, και τα βρήκα εξαιρετικά. Μόλις επέστρεψε, ξεκινήσαμε να γράφουμε τα σενάριά μου μαζί. Η Μίζερη πόλη σαφώς και είναι η καλύτερή μας δουλειά μέχρι τώρα χωρίς να σημαίνει ότι πολλά από αυτά που έχουμε δημοσιεύσει στο παρελθόν δεν έχουν βρει το κοινό τους.


- Σκέφτεσαι με εικόνες ή λέξεις; Με εικόνες και ήχους. Πολλές φορές στο δρόμο, στο λεωφορείο, σκέφτομαι παράλληλες ιστορίες. Στο σπίτι, μετά από κάποιο τηλεφώνημα είτε σε στιγμές πιο ήσυχες που είμαι εγώ με τον εαυτό μου. Ιστορίες άλλες σκοτεινές και δυσάρεστες, άλλες χαρούμενες και όμορφες. Όμως όταν στήνω το Misery City ή άλλες δουλειές όλα λειτουργούν πολύ διαφορετικά. Η αρχική ιδέα ταιριάζει με άλλες και αρχίζω να συνθέτω. Τις περισσότερες φορές το θέμα με καθοδηγεί μόνο του.


- Ποια κλισέ νουάρ ηρώων κουβαλάει ο πρωταγωνιστής Max Murray και τι είναι αυτό που τον κάνει να διαφέρει; Ο Max Murray είναι ένα mix στοιχείων νουάρ και τρόμου. Είναι πότης, έχει καπαρντίνα και καπέλο. Του αρέσει μια πιτσιρίκα μπαργούμαν. Τριγυρνάει στα σκοτάδια και κάνει παρέα με τους παρίες της πόλης. Από την άλλη βλέπει γιγαντιαίους σκελετούς και πυγμαίους κανίβαλους κλόουν.


- Παντού υπάρχει μια femme fatale. Στη δική σας περίπτωση λέγεται Pakita. Η Pakita είναι μια Μεξικάνα μπαργούμαν. Έχει τα μισά χρόνια του Max Murray και αυτός κάνει ό,τι μπορεί για να την καταφέρει. Ίσως φταίνε οι υπέροχες καμπύλες της που τον κάνουν να τρέχει από πίσω της. Εκείνη τον βάζει σε νέους μπελάδες. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι του ζητά την αλήθεια. Αλλά η αλήθεια, ως γνωστόν, πονάει και ο Max κάνει ό,τι μπορεί για να την προστατεύσει.


- Στους δρόμους της Misery City μιλάνε αγγλικά. How come? Το Misery City είναι η δεύτερη δουλειά μου στην Αμερική μετά το Mister Universe, ένα κόμικ που εκδόθηκε από την Image Comics και μετά από πολλές συμμετοχές στην ανθολογία Popgun, πάντα με τη σεναριακή βοήθεια του Κώστα Ζαχόπουλου. Αν και προσπαθήσαμε το κόμικ να δημοσιευτεί αρχικά στην Ελλάδα, η Blackline comics μάς έδειξε αμέσως εμπιστοσύνη.


- Η Ελλάδα αγαπάει τα comic books; Η Ελλάδα αγαπάει τα κόμικς και το έχει αποδείξει με τις πωλήσεις πολλών άλλων επίσης γνωστών δημιουργών και με το ότι εμφανίζονται συνεχώς νέοι δημιουργοί που επιλέγουν αυτό το μέσο για να εκφραστούν. Σε αυτούς πρέπει να επενδύσουν οι Έλληνες εκδότες για να σταθεί και να προχωρήσει η εγχώρια σκηνή. Παράλληλα όλοι εμείς πρέπει να σταθούμε στο ελληνικό κοινό εκφράζοντας τις σκέψεις και τις ανησυχίες του.


- Γιατί μας αρέσουν οι ιστορίες τρόμου; Είναι θέμα εκ του ασφαλούς αδρεναλίνης; Βρίσκω μια ζεστασιά σε μια καλή ιστορία τρόμου. Μια ευφορία. Σε πολλές ιστορίες υπάρχει μια εσωτερικότητα. Είτε πρόκειται για διείσδυση στο εσωτερικό του ανθρωπίνου σώματος είτε στο εσωτερικό της ανθρώπινης ψυχής. Οι ανεκπλήρωτοι έρωτες του Poe, ο μυστικιστικός τρόμος του Lovecraft, τα παρεξηγημένα πλάσματα του Stoker και της Shelley. Πάντα πίσω από κάθε έργο βρίσκεται μια πολύ ανθρώπινη ιστορία. Το αν θα την εντάξει κανείς στο αστυνομικό, στον τρόμο ή στο κοινωνικό εξαρτάται από τις εμμονές του κάθε δημιουργού.Από την πλευρά του αναγνώστη οι εμπειρίες του είναι εκείνες που θα τον κάνουν να επιλέξει το συγκεκριμένο είδος και θα καθορίσουν και το γούστο του.


- Ποια τα κοινά στοιχεία της πόλης που ζεις με την πόλη που δημιούργησες; Η Θεσσαλονίκη ήταν η πηγή έμπνευσης. Της έχουν δώσει πολλά ονόματα. Πόλη ερωτική, δημιουργική… Αλλά όποιος την επισκέπτεται καταλαβαίνει τη μιζέρια που κυκλοφορεί παντού. Η Θεσσαλονίκη είναι μια πάρα πολύ άσχημη πόλη. Για πολλά χρόνια βαριόμουν αφόρητα εδώ. Τελικά μέσω των κόμικς κατάφερα να διαφύγω δημοσιεύοντας τις δουλειές μου στο εξωτερικό. Πρόκειται για μια χαμηλοτάβανη πόλη. Σαν την Αλίκη στη χώρα των Θαυμάτων όπου ψηλώνεις, προχωράς και ξαφνικά χτυπάς το κεφάλι στο ταβάνι. Και δεν έχει παραπάνω να πας. Έτσι και ο ντετέκτιβ. Μισεί αφόρητα την πόλη και τους κατοίκους της. H Misery City είναι μια εξπρεσιονιστική ματιά της πόλης. Όπως αυτή του James Whales και του Fritz Lang. Πιστεύω πως ο αναγνώστης σε όποια χώρα κι αν βρίσκεται θα ταυτιστεί και θα δει στοιχεία της δικής του πόλης σε αυτή. Εξάλλου το συναίσθημα της διαφυγής είναι κοινό σε όλους, όπου κι αν βρίσκονται.


- Τελικά ο κόσμος έχει ανάγκη από ωραίες εικόνες; Προσωπικά βρίσκω μαγεία στην εικόνα σε όποια της μορφή. Είτε πρόκειται για δημοσιογραφική φωτογραφία με διαμελισμένα πτώματα από τροχαίο είτε για πίνακα του John Martin. Από φτηνά b-movies μέχρι τις άψογα στημένες εικόνες του Guillermo del Toro. Κάθετί που έχει στοιχεία δημιουργικότητας, πετυχημένο ή αποτυχημένο, με ενδιαφέρει αφάνταστα. Ειδικά σχετικά με την εικόνα. Αυτό που έχει ανάγκη ο κόσμος είναι να μπορεί να μάθει έστω κάποια βασικά στοιχεία της οπτικής επικοινωνίας. Να μπορεί να ξεχωρίζει το ειλικρινές.

 Doc TV 

10 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ: Μαρία Δανέζη

Με αφορμή το ντοκυμαντέρ της που έζησε στον κόσμο των Ρακοσυλλεκτών

Η Μαρίνα Δανέζη παρουσίασε το «Σωματείο Ρακοσυλλεκτών» στο φετινό 13ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Θεσσαλονίκης. Μαθηματικός, ηθοποιός και νυν κινηματογραφίστρια μάς μιλά για την τέχνη του παράδοξου, της ποίησης και της προοπτικής ισορροπώντας μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, με φόντο πεταμένα σκουπίδια και κρυμμένους θησαυρούς.


- Πάντα είχα την υποψία πως όσοι ξέρουν από μαθηματικά κάνουν τη ζωή τους πιο εύκολη. Πόσο ισχύει; Αντιγράφοντας απο την Βικιπαιδεια «Τα Μαθηματικά είναι η επιστήμη που μελετά την ποσότητα, τη δομή, το διάστημα, τη μεταβολή και τις σχέσεις όλων των μετρήσιμων αντικειμένων της πραγματικότητας και της φαντασίας μας». Μαθαίνοντας να αναθεωρείς ξανά και ξανά την πολυσύνθετη πραγματικότητα που σε περιβάλλει, ναι, πιθανότατα να κάνεις ζωή σου πιο εύκολη. Σ’ εμάς όμως, τους «δημιουργούς», θαρρώ πως δεν αρέσουν οι ευκολίες. Μας έλκουν περισσότερο τα «παράδοξα».


- Το «Σωματείο Ρακοσυλλεκτών» είναι το πρώτο σου ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους και η τρίτη κινηματογραφική σου απόπειρα. Δεδομένου ότι το τρία είναι αριθμός έναρξης-δημιουργίας, πόσο τυχαία προέκυψε η ταινία και τι σημαίνει για το «από εδώ και πέρα» του πράγματος; Καμία από τις τρεις ταινίες μου δεν προέκυψε τυχαία. Οι δύο μικρού μου μήκους έχουν θέμα την αναπηρία. Για παράδειγμα ο «Χρονοπειρατής» πραγματεύεται την υπέρβαση και η ηρωίδα του είναι μια παιδική μου φίλη. Το «Σωματείο Ρακοσυλλεκτών» είναι μια ταινία που η ολοκλήρωση της μου «πήρε» σχεδόν δυόμιση χρόνια αφοσίωσης. Αφιερωμένη στην γιαγιά μου, η οποία τα τελευταία χρόνια της ζωής της έζησε ως ρακοσυλλέκτρια. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω τι έπεται του αριθμού τρία.. Όσο για το «απο δω και πέρα» μου εύχομαι και εις άλλα με υγεία!


- Ρακοσυλλέκτες ή «ειδικοί ερευνητές πολιτιστικών αντικειμένων και χειρογράφων;» Το «Ρακοσυλλέκτης» είναι ένα επάγγελμα ιδιαίτερα βαρύ και ανθυγιεινό. Μόνο που οι ρακοσυλλέκτες δεν έχουν ένσημα και δεν έχουν καμία ασφάλιση από κανέναν εργοδότη, ελεύθεροι επαγγελματίες. Είναι αλήθεια ότι πραγματοποιούν λειτούργημα. Ανακυκλώνουν πρώτες ύλες, ανακυκλώνουν τον «πολιτισμό» – σώζοντας σπάνια αντικείμενα χειρόγραφα, δίσκους ακόμα και έργα τέχνης από τις χωματερές της κουλτούρας μας. Όμως ο χαρακτηρισμός «ειδικοί ερευνητές πολιτιστικών αντικειμένων και χειρογράφων» για μένα δεν είναι αντιπροσωπευτικός. Υπάρχει μέσα από την ταινία. Περισσότερο για να προβοκάρει..


- «Να’ ναι καλά τα σκουπίδια», ευχαριστεί ένας εκ των πρωταγωνιστών. Υπάρχουν άχρηστα πράγματα; Τα σκουπίδια σου – ο θησαυρός μου.


Τι βλέπει κανείς πάνω στο τρίκυκλο; Η πρώτη μου εμπειρία πάνω σε τρίκυκλο ήταν στο γύρισμα της «γύρας». Είχα ραντεβού με τον αγαπημένο μου Σπύρο Μαγαλιό -πρόεδρο του Σωματείου και με τον Τάσο ή η αλλιώς την Τασούλα όπως τον φωνάζουν στο παζάρι. Έγραφα και με την καμερούλα μου τα καλαμπούρια , τραβούσα τους περαστικούς, τους δρόμους, τα φώτα, τα αυτοκίνητα που μας προσπερνούσαν. Αυτά έβλεπα. Αυτά έγραφα. Όταν γύρισα σπίτι και είδα την κασέτα συνειδητοποίησα ότι ο Σπύρος και η Τασούλα, όταν εγώ έβλεπα τα παραπάνω, εκείνοι κοιτούσαν πώς να αποφύγουμε τις λακκούβες στους δρόμους.


Η χαρά του ρακοσυλλέκτη είναι η χαρά της ανακάλυψης. Η δική σου; Η χαρά του ρακοσυλλέκτη είναι η χαρά της ανακάλυψης ενός ευπώλητου αντικειμένου. Η δική μου χαρά είναι να ξεθάβω, να αναθεωρώ, να ασχολούμαι με τα «παράδοξα».


- Στην ταινία διατυπώνεται η εξής πρόταση «να καταλάβουμε το Σύνταγμα μια παγωμένη νύχτα και να απαγγείλουμε ποίηση». Με ποιους ποιητές/ποιήματα θα συμμετείχες σε μια τέτοια νύχτα; Θα απήγγειλα ένα απόσπασμα απο την Μπαλάντα των Κομμωτηρίων». «Έτσι κάπως πρέπει να μετριέται ο θάνατος, σ’ αυτή την πόλη, που πληθαίνουν τα κομμωτήρια, που πληθαίνουν οι πολυκατοικίες, πάνω από τον δικό μας ήλιο, που πληθαίνουν τα τσιμέντα κάτω από τα πόδια μας, πάνω από τα κεφάλια μας, μέσα στην ψυχή μας». Η ποιητική συλλογή «Η Μπαλάντα των Κομμωτηρίων» του αείμνηστου Μιχάλη Ακρατινού (Πάνου Βέλια) διασώθηκε σε χωματερή από τον φίλο Ρακοσυλλέκτη και αγοράστηκε από εμένα μια Κυριακή πρωί. Καμιά πληροφορία δεν υπάρχει στο διαδίκτυο τόσο για το συγγραφικό έργο του ποιητή όσο και για την ποιητική αυτή συλλογή.


- Χρόνος, χρήμα, χώρος. Το τρίπτυχο του παλιατζή κατά τους Άγγλους. Μήπως όλων μας; Με το χωροχρόνο όλα σχετικά είναι. Τα χει πει ο φίλος Αλβέρτος Αϊνστάιν! Μας έχει καλύψει. Όσο για το χρήμα… «Μπορείς να αγοράσεις μια θέση αλλά όχι τον σεβασμό/ Μπορείς να αγοράσεις ένα σπίτι αλλά όχι την εστία/ Μπορείς να αγοράσεις ένα κρεβάτι αλλά όχι τον ύπνο/ Μπορείς να αγοράσεις ένα ρολόι αλλά όχι το χρόνο…». Απόσπασμα από Ανακοίνωση του Σωματείου Ρακοσυλλεκτών


-«Ποιος θα μας βοηθήσει εμάς; Ποιοι είμαστε εμείς;» Τελικά ποιοι είναι αυτοί; Προλετάριοι είναι! Εμείς τι είμαστε;


- Σε ποια αυτιά και μάτια θα ήθελες να φτάσει η ταινία σου, ποιο το ευκταίο ταξίδι της; Θα ήθελα να την δουν πολλοί. Νομίζω ενδιαφέρει πολλούς. Το Σωματείο αποτελεί μια μικρογραφία της κοινωνίας -ένα μικρό καθρέφτη. Κοιτώντας μέσα του, παρατηρώντας τις σχέσεις και τις «θέσεις» των μελών του βλέπουμε τους εαυτούς μας. Ευκταίο ταξίδι, τα φεστιβάλ στο εξωτερικό, η διανομή σε αίθουσα καθώς και η τηλεοπτική προβολή. Τα «θέλω»  κάθε πρωτοεμφανιζόμενου.. .

 Doc TV 

10 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ: Λουκάς Μέξης

Δεν είναι όνειρο να είσαι νεαρός συγγραφέας στην Ελλάδα και να ζεις γράφοντας κόμιξ και σενάρια για videogame; Μια συζήτηση με αφορμή τον Χάρτινο Κόσμο που ξεπούλησε στο Φεστιβάλ Comicdom της Αθήνας

Ο Xάρτινος Kόσμος του Λουκά Μέξη και του Meliss γεννήθηκε το 2004 στις σελίδες του περιοδικού E-sense. To 2007 αποφάσισε να μεγαλώσει σαν online web comic ανανεώνοντας τις ιστορίες του κάθε Δευτέρα και φέτος η Animatic Vision Comics συγκέντρωσε τα καλύτερα των τελευταίων ετών σε collector’s edition. O συγγραφέας Λουκάς Μέξης μιλά για ιεροτελεστίες, videogames και αναλώσιμα την ώρα που ο χάρτινος Λουκ, παρέα με τον φίλο του Geo, ξετυλίγει ανάποδες καθημερινότητες, καθημερινές αναποδιές και ευχής έργα στα μικρά του στριπάκια. Κι εσύ αρχίζεις να θες να βάλεις σε συννεφάκια και τη δική σου ζωή.


- Με ποια υλικά χτίζεται ένας «χάρτινος κόσμος»; Βασικά με ότι και οποιοσδήποτε άλλος. Δηλαδή με καλές ιδέες, όρεξη, αρκετές εμπειρίες και πάνω από όλα υπομονή. Όταν ειδικά κάνεις κάτι δημιουργικό όπως είναι ένα κόμικ, πρέπει να το κάνεις γιατί το γουστάρεις. Αλλιώς κουράζεσαι, τα παρατάς, ξέρεις πως πάει.


- Λουκ και Geo ή αλλιώς Λουκάς Μέξης και Γιώργος “Meliss” Μελισσαρόπουλος. Και δημιουργοί και πρωταγωνιστές. Εύκολο;Πιο εύκολο από το να δημιουργήσεις έναν χαρακτήρα από το μηδέν, σίγουρα. Από την άλλη πρέπει να έχεις λίγο τα κότσια να μη κολλάς στο τι παρουσιάζεις τους χαρακτήρες σου να κάνουν και βιώνουν. Γενικά, κάποτε μου είχαν πει ότι το καλύτερο ψέμα είναι αυτό που περιέχει έστω μισή αλήθεια. Κάπως έτσι πάει και ο «Χάρτινος Κόσμος». Μη σου πω, είναι ακόμα περισσότερο αληθινός παρά φανταστικός.


- Τι αγαπάει ο χάρτινος Λουκ και τι αγαπά να μισεί. Ο Χάρτινος Λουκ παρέμεινε παιδί, κολλημένος στην εφηβεία. Ακόμα ασχολείται με videogames και του είναι πολύ πιο σημαντικό να ξοδέψει μια περιουσία σε ένα νέο πραγματάκι από το Star Wars παρά για το νοίκι του ή το φαγητό του. Από την άλλη ο Χάρτινος Λουκ είναι και κολλημένος με τις γυναίκες. Ερωτεύεται κάθε βδομάδα διαφορετική και πάντα η κατάληξη είναι η ίδια, πληγωμένος στο κεφάλι του και άνευ τύψεων. Στην ουσία όμως είναι και έτοιμος για την επόμενη κοπέλα που θα αποτελέσει έμπνευση στην τελείως παιδική ζωή του.


- Τι καλό συνέβη στην Comicdom con; Το κόμικ πήγε φανταστικά,σχεδόν ξεπούλησε και μας έφερε πιο κοντά στο να πούμε ότι μια αυτοέκδοση τελικά είναι μια βιώσιμη λύση που ίσως μας κάνει να συνεχίσουμε να εκδίδουμε κόμικ. Εντάξει, προφανώς θα συνεχίσουμε να τα έχουμε σαν web comics στο internet, αλλά όπως και να το κάνεις, το χαρτί έχει άλλη χάρη, για μας ιδίως τους κλασικούς του είδους. Πολλές υπογραφές έπεσαν, πολλές αφιερώσεις, πολλοί φαν. Για αυτούς άλλωστε το κάνεις.


- Ποια τα πρώτα κόμιξ που διάβασες, με ποια κόλλησες και ποια τα κοινά σας αγαπημένα με τον Meliss. Και οι δύο είμαστε κολλημένοι με τα κλασικά, δηλαδή με Αστερίξ, με Ιζνογκούντ και Μαφάλντα. Όταν μιλάς για τον Ουντερζό στα κόμικ είναι σα να μιλάς για τον Τόμσον στη λογοτεχνία. Είναι δύσκολο κάποιος κομιξάς να μην έχει κοινή βάση την λατρεία του για τόσο μεγάλους καλλιτέχνες.


- Πώς γεννιέται ένα στριπάκι; Ακολουθούσαμε μια ιεροτελεστία έτσι ώστε Δευτέρα βράδυ να υπάρχει μια νέα ιστορία στο site μας. Συνήθως ήταν μια χαζομάρα που είχα με τον ένα ή άλλο τρόπο ζήσει το σαββατοκύριακο, σε κάποιο πάρτι ή κάποιο αστείο γεγονός που έγινε σε μένα ή έναν φίλο. Τη Δευτέρα μόλις καθόμουν στο γραφείο μου, πρωί πρωί, άρχιζα να το κάνω σε διάλογο, το έγραφα σε ένα mail που έπαιρνε ο Γιώργος, και μέχρι το απόγευμα είχε σχεδιάσει τη νέα σελίδα. Πολλές σελίδες, άρα πολλές τέτοιες ιεροτελεστίες.
- Τι δεν πάει καλά στον χάρτινό κόσμο σου και τι στον αληθινό. Το καλό με τον χάρτινο είναι ότι είσαι άφθαρτος. Μπορείς να πέσεις από κτήρια, να τρακάρεις χίλιες φορές και το μόνο που παθαίνεις είναι κανένα αστεράκι να στριφογυρνάει γύρω από το κεφάλι σου. Στον αληθινό δυστυχώς είμαστε απλοί θνητοί, αρκετά αναλώσιμοι σε κάθε επίπεδο. Ωραία θα ήταν με ένα μολύβι και λίγο χρώμα να γινόμασταν πάλι καινούργιοι.


- Το 2010 κυκλοφόρησε το πρώτο σου μυθιστόρημα «shoebox-μια καλοκαιρινή κομπίνα». Φτιάξε μια γέφυρα για να περάσουν οι χάρτινοι αναγνώστες σου. Μια γέφυρα μεταξύ μυθιστορημάτων και κόμικ; Δύσκολο γιατί η αρχή έγινε από τα κόμικ, το βιβλίο προέκυψε ως κάτι που γινόταν παράλληλα με τα κόμιξ που έγραφα. Από πιτσιρικάς στα κόμιξ το πήγα, απλά το χέρι μου δε πιάνει ούτε για να φτιάξει την πιο απλή καρικατούρα. Άσε που 400 σελίδες μυθιστορήματος θα ήθελαν πολλές καρικατούρες- δεν ισχύει ο κανόνας μια εικόνα χίλιες λέξεις στα κόμικς. Το 2010 λοιπόν το μυθιστόρημα, το 2012 έχουμε το κόμικ που εμπεριέχει τις καλύτερες ιστορίες από ένα κόμικ που αναπνέει από το 2007. Και συνεχίζουμε.


- Έχεις δουλέψει ως δημοσιογράφος, μυστικός πράκτορας και οδηγός υποβρυχίου. Ποια η dream job σου. Να μη χρειάζεται να δουλεύω. Και να βγάζω λεφτά. Και να έχω άπειρο χρόνο για να γράφω.Και να μη χτυπάει το τηλέφωνο για κανένα λόγο, ποτέ. Λίγο privacy, βρε αδερφέ…


- Επόμενη στάση….; Ήδη μεταφράζουμε το «Χάρτινο Κόσμο» για να τον εκδώσουμε στο Lulu. Από την άλλη τρέχουμε γιατί έχω γράψει το σενάριο για ένα adventure videogame που συνεργάζομαι με έναν παιδικό μου φίλο αλλά και τον Meliss, και ελπίζω μέχρι το τέλος του χρόνου να λέω ότι έβαλα τη τζίφρα μου και σε ένα ηλεκτρονικό παιχνίδι -γιατί κακά τα ψέματα αυτό μου φαίνεται πιο επικό από οτιδήποτε άλλο. Το καλοκαίρι παίζει να διαβάσεις και το 2ο μυθιστόρημα μου. Παίζει- μη το δέσεις και εσύ τώρα…

 Doc TV 

10 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ: Λόλεκ

Μας μιλάει λίγο πριν ανοίξει τη συναυλία της Μάριαν Φέιθφουλ

Δειλές γεύσεις από τον «Αχινό» πήραμε πέρυσι στο κηποθέατρο Παπάγου, μια πιο γενναία δόση στο Μέγαρο Μουσικής και από τον φετινό Μάη τα ελληνόφωνα τραγούδια του Λόλεκ μπορούν επιτέλους να παίζουν στο repeat. Κι αν η μουσική που φτιάχνουμε το soundtrack κάθε εποχής, ο Γιάννης Αναγνωστάτος γράφει για την επιθετική άμυνα της δικής μας. Κι εμείς τον αποκωδικοποιούμε συγκινημένοι. Σχεδόν συνένοχοι, σχεδόν ανασφαλείς, με την ανάμνηση της πιο ρομαντικής μας μοναχικότητας . Απέναντι σε ένα κόσμο πεισματάρη που μοιάζει να μην αλλάζει ποτέ.


-Πιστεύω πως αυτό με το οποίο καταπιανόμαστε ως παιδιά, είναι αυτό με το οποίο ως ενήλικες τελικά καταλήγουμε να ασχοληθούμε ή τουλάχιστον αυτό που βαθιά μας θέλουμε. Τι σου άρεσε να κάνεις μικρός; Μακάρι να ισχύει κάτι τέτοιο. Και εμένα μου αρέσει να το πιστεύω αν και δεν το συναντώ συχνά γύρω μου. Κάποιες φορές αργείς να ασχοληθείς με αυτό με το οποίο καταπιανόσουν ως παιδί και ίσως τότε να μην είσαι σε θέση να το κάνεις. Άλλες φορές αρνείσαι να «δεις» τον εαυτό σου να ασχολείται με κάτι που αγαπάς. Οι λόγοι πολλοί και διαφορετικοί για τον καθένα. Εμένα μου άρεσε πολύ η μουσική.


-Ξεκίνησες με ακορντεόν και συνέχισες με κιθάρα. Υπάρχει το τέλειο μουσικό όργανο; Αν υπάρχει, θα είναι σίγουρα βαρετό!


-Της μοναξιάς ή της μοναχικότητας; Tης μοναχικότητας.


-Της άμυνας ή της επίθεσης; Της επιθετικής άμυνας.


-Εν αρχήν ην ο λόγος; Κάποιες φορές ένα τραγούδι μπορεί να ξεκινήσει από τους στίχους ενώ άλλες φορές μπορεί να έχει προηγηθεί η σύνθεση της μουσικής. Δεν υπάρχει συγκεκριμένη μέθοδος για να γράψω τραγούδια.

-Ο θυμός και η απογοήτευση «αρκεί» να εκφραστούν μέσα από τη μουσική; Εξαρτάται από το τι σημαίνει «αρκεί» για τον καθένα. Αν η έκφραση μέσα από τη μουσική σε καλύπτει πλήρως, τότε αρκεί. Προσωπικά δεν περιμένω τα πολιτικά τραγούδια να αλλάξουν τον κόσμο, όπως δεν περιμένω κανένα τραγούδι να αλλάξει τον κόσμο. Στην καλύτερη περίπτωση μπορεί να καταφέρουν να γίνουν κάτι σαν soundtrack μιας εποχής ή μιας κατάστασης.


-Υπάρχουν μέρες χωρίς μουσική; Σίγουρα. Υπάρχουν μέρες χωρίς τίποτα απολύτως και δεν είναι απαραίτητα κακό.


-Έγραψες ένα τραγούδι για τον «καλλιτέχνη», που στην Ελλάδα οι περισσότεροι δηλώνουν πως είναι. Μήπως η ανασφάλεια έχει περάσει στο dna του τόπου; Ο καθένας μπορεί να δηλώνει ό,τι θέλει. Το θέμα είναι αν οι υπόλοιποι θέλουν να μένουν σε δηλώσεις ή να έχουν δική τους άποψη. Το συγκεκριμένο τραγούδι επιδιώκει να ορίσει τον καλλιτέχνη με ορισμούς που ίσως να προέκυπταν αν ζητούσες τυχαία από κάποιους ανθρώπους να ορίσουν τον καλλιτέχνη. Τελικά στοχοποιεί την στερεότυπη αντίληψη που έχει ο κόσμος για αυτούς παρά στρέφεται εναντίον του καλλιτέχνη.


-Τι σε κάνει να νιώθεις ασφαλής; Να έχω πάντα τσιγάρα στο πακέτο.


-Τι είναι αυτό το «κάτι πιο ζεστό» που θα ήθελες να σου φέρει το φετινό καλοκαίρι; Το θέμα είναι να μη στο φέρει ποτέ.

 Doc TV 

10 ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ: Δημήτρης Στεφανάκης

Με αφορμή την βράβευση του με το PriMéditerranée Étranger 2011

Λίγες μέρες μετά την επιστροφή του από το Περπινιάν όπου και έγινε η επίσημη απονομή του βραβείου Prix Méditerranée étranger 2011 για τη γαλλική έκδοση του μυθιστορήματός του «Μέρες Αλεξάνδρειας», ο συγγραφέας Δημήτρης Στεφανάκης μιλά για τον κοσμοπολιτισμό, τη μουσική και την αυριανή μέρα της εθνικής μας κρίσης.


- Το μυθιστόρημά σας κυκλοφόρησε το 2007 από τις εκδόσεις Πατάκη. Πώς γεννήθηκε η ιδέα, πόσο χρόνο της πήρε να αποτυπωθεί και πώς θυμάστε σήμερα, που πλέον επανακυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός, εκείνα τα πρώτα όνειρα της εκδοτικής του περιπλάνησης. Η ιδέα ενός πολυπρόσωπου μυθιστορήματος με περισσότερες από μια ιστορίες που εκτυλίσσονται παράλληλα ήταν ένα συγγραφικό στοίχημα που ήθελα οπωσδήποτε να κερδίσω. Στα τρία χρόνια που χρειάστηκαν για την ολοκλήρωσή του, έστησα το σκηνικό μιας άλλης εποχής βασισμένος σε μαρτυρίες κάθε λογής. Ήταν μια εμπειρία λογοτεχνική όσο και ανθρώπινη. Ύστερα ήρθε η πρώτη έκδοση που επιβράβευσε σε μεγάλο βαθμό τις προσπάθειές μου. Μεσολάβησε η γαλλική έκδοση του βιβλίου και τώρα η επανέκδοσή του από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Κοιτάζοντας το σήμερα έχω την εντύπωση πως κρατώ στα χέρια μου ένα νέο πόνημα. Ίσως γιατί η αύρα της τωρινής έκδοσης είναι εντελώς διαφορετική. Οι «Μέρες Αλεξάνδρειας» κάνουν ένα δεύτερο ταξίδι χάρις στο νέο εκδότη μου που πίστεψε το βιβλίο και το προώθησε στην αγορά με την δύναμη ενός καινούργιου έργου.


- Οι «Μέρες Αλεξάνδρειας» είναι ένα μυθιστόρημα των αρχών του εικοστού αιώνα που αγαπά την τόλμη και τον κοσμοπολιτισμό γιατί και τα δύο είναι στοιχεία που γεννούν ευκαιρίες. Οι σημερινές μας μέρες, του εικοστού πρώτου, ποια στοιχεία πρέπει να αγαπήσουν για να εντοπίσουν-εφεύρουν τις δικές τους ευκαιρίες; Ο κοσμοπολιτισμός στις αρχές του εικοστού αιώνα είναι ένα καλό μάθημα συνύπαρξης λαών, γλωσσών και θρησκειών, αν εξαιρέσει κανείς την αποικιοκρατική αντίληψη της εποχής εκείνης. Ο σημερινός κοσμοπολιτισμός θα πρέπει να ανακτήσει στη πράξη το δόγμα αυτό της αρμονικής συμβίωσης, πέρα από θρησκευτικούς και εθνικούς φανατισμούς.


- Στις 15/10 βρεθήκατε στο Περπινιάν για την επίσημη απονομή του γαλλικού βραβείου Prix Méditerranée étranger 2011 για τη γαλλική έκδοση του μυθιστορήματός σας «Μέρες Αλεξάνδρειας». Ποια τα πιο ενδιαφέροντα on/off ενσταντανέ μιας τέτοιας τιμητικής μέρας; Η συνάντησή μου με τον Πιέρ Ασουλίν ήταν σίγουρα μια ενδιαφέρουσα εμπειρία. Μοιραστήκαμε μαζί τη χαρά της μεγάλης διάκρισης αλλά και σκέψεις για την λογοτεχνία και τη Μεσόγειο. Εξίσου ενδιαφέρουσα η γνωριμία μου με την Μούσχουρη κι η από κοινού ανακοίνωση του νέου Μεσογειακού βραβείου «Νίκος Γκάτσος». Η στιγμή της απονομής ξεχωριστή αλλά πάνω απ’ όλα με ενθουσίασαν οι άνθρωποι του Μεσογειακού βραβείου ο Αντρέ, ο Αλμπέρ, ο Ζαν Ζακ και οι άλλοι, όλοι αυτοί που ξεχώρισαν με απίστευτη επιμονή τις Μέρες Αλεξάνδρειας. Η φιλική τους διάθεση, ο σεβασμός και η φιλοξενία τους θα μου μείνουν αξέχαστα.


- Πλέον είστε και μέλος της κριτικής επιτροπής του Prix Mediterranne, όπως ανακοίνωσε ο Πρόεδρος του Κέντρου Μεσογειακών Σπουδών, Αντρέ Μπονέ. Πόσο απέχουν οι δύο ρόλοι;Το ένα μοιάζει να είναι η φυσική συνέχεια του άλλου. Θα ξαναζήσω τις ίδιες στιγμές που έζησα στο Παρίσι τον Ιούνιο και στο Περπινιάν τον Οκτώβριο αλλά από άλλη θέση. Νομίζω ότι θα είναι κάτι εξίσου συναρπαστικό.


- Ξέρουμε ότι αγαπάτε τη μουσική. Πιστεύετε πως οι τέχνες συνομιλούν μεταξύ τους; Ασφαλώς! O πολιτισμός είναι σύνθεση πολλών πραγμάτων. Η μουσική μας διδάσκει τη σύνθεση, η αρχιτεκτονική την ισορροπία, η ζωγραφική αφηγείται, η γλυπτική περιγράφει. Χάρις στη γεωμετρία απολαμβάνουμε σήμερα το θαύμα του Παρθενώνα. Η ανθρωπολογία, η γεωγραφία και η Ιστορία γίνονται πρώτη ύλη για την λογοτεχνία του σήμερα.
- Ποιο είναι το σάουντρακ των ημερών; Το πρελούδιο του Σοπέν που αναφέρεται στην άλωση της Βαρσοβίας από τους Ρώσους.


- Η μουσική, η λογοτεχνία, οι τέχνες, είναι σύμπαντα που βαδίζουν παράλληλα με την πραγματικότητα ή αποτελούν μια πιο οξυδερκή εκδοχή της; Ωραία ερώτηση που είναι άδικο να απαντηθεί με ευθύ τρόπο. Αν η πραγματικότητα θυμίζει γυναίκα που στην καθημερινότητά της περνά απαρατήρητη, η τέχνη είναι όλες εκείνες οι εντυπωσιακές μεταμορφώσεις της που μας αφήνουν άφωνους.


- Η σημερινή εκδοτική πραγματικότητα από τι πάσχει; Ίσως έχει χαθεί η εμπιστοσύνη στο διαχρονικό βιβλίο. Αλλά αυτό είναι κάτι που ανακτάται εύκολα. Κατά τα άλλα οι εκδόσεις μού φαίνονται σήμερα πιο καλαίσθητες, πιο φροντισμένες.


- Τα βιβλία αλλάζουν… Τα βιβλία είναι σαν τον άνθρωπο. Έχουν σώμα και ψυχή. Οι Μέρες Αλεξάνδρειας στις Εκδόσεις Ψυχογιός μου δίνουν την εντύπωση ότι ξαναζωντάνεψαν σ’ ένα σώμα πραγματικά σαγηνευτικό.


- Πείτε μας κάτι ευχάριστο να περιμένουμε. Από μένα μπορείτε να περιμένετε ένα νέο βιβλίο. Εκείνο όμως που είναι ακόμα πιο σημαντικό είναι η αυριανή μέρα της εθνικής μας κρίσης που όλοι περιμένουμε κι ίσως να μην είναι τόσο εφιαλτική όσο φανταζόμασταν.

 NTOYέΝΤΕ 

ΈΧΕ ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ

Μολύβι, το αγαπημένο


Οι μύτες τους σπάνε, οι γόμες τρέχουν από πίσω τους, οι ξύστρες δεν σταματούν να τα γυρίζουν 




σβούρες και εσύ είμαι σίγουρη ότι μπροστά σου είναι μα όλο τα χάνεις. Άσε που τέτοιες μέρες, σχολικών ενάρξεων και εργασιών, έχουν την τιμητική τους. Και αυτό είναι κάτι που οι εκδόσεις
ΠΑΤΑΚΗ ξέρουν πολύ καλά. Γι’ αυτό και μας χάρισαν δύο βιβλία με πρωταγωνιστές το αγαπημένο εργαλείο μαθητών, και όχι μόνο, που δεν είναι άλλο από το μολύβι!Η Ασπασία Πρωτογέρου στο «Ένα απλό μολύβι» αφηγείται με γλυκόπικρο τρόπο το παράπονο ενός ταπεινού γκρι μολυβιού που ζει μαζί με χρωματιστές μπογιές και πολύχρωμους μαρκαδόρους. Παράπονο που βρίσκει διέξοδο αλλά και τύχη στη φυγή. Γιατί ο δρόμος οδηγεί το απλό μολύβι στα χέρια ενός σπουδαίου καλλιτέχνη στις ζωγραφιές του οποίου το μολύβι θα ανακαλύψει το ταλέντο και την αξία του. Γιατί χωρίς το περίγραμμα όλα εκείνα τα φανταχτερά και σπουδαία έργα για τα οποία καμώνονταν οι χρωματιστοί του συγκάτοικοι, καθόλου δεν θα μπορούσαν να υπάρξουν. Γι’ αυτό και η εικονογράφος ,Ανδρομάχη Γιαννοπούλου, το τοποθετεί στην πιο τιμητική τσέπη, την αριστερή. Που δεν είναι άλλη από τη θέση της καρδιάς.

Ξέρω ότι πολλές φορές βαριέσαι να κάνεις τα μαθήματά σου. Ξέρω κι εγώ ότι ακόμη περισσότερες φορές βαριέμαι να κάνω τη δουλειά μου. ΑΥΤΑ ΤΑ ΞΕΡΟΥΜΕ. Η Ελένη Τορόση όμως φαίνεται να ξέρει πιο καλά απ’ όλους μας ότι όταν πέφτει στο τραπέζι το δικό μας «τίποτα», ξεκινά αυτομάτως «Ο χορός του μολυβιού». Και τρέχει το μολύβι πάνω στο χαρτί και τρέχει ξοπίσω του η γόμα να σβήνει τις ζωγραφιές. Και τρέχει το μυαλό του Μάρκου στη Γιαννούλα και τρέχει το μολύβι να αποτυπώσει τη σκέψη του. Και γράφει το μολύβι «σ’ αγαπώ» μα η γόμα διστάζει να σβήσει τις λέξεις. Ο Μάρκος μένει να ατενίζει το κενό κι αυτό το τίποτα που κάνει γίνεται τόσο υπέροχο, κι ας φωνάζει από μέσα η μαμά. Υπέροχο και τρυφερό σαν τις εικόνες της Σάρας Στεφανίνι.

Τα παραπάνω βιβλία ανήκουν στη σειρά «χωρίς σωσίβιο» και απευθύνονται σε παιδιά που έχουν ήδη κατακτήσει το μηχανισμό της ανάγνωσης (Α’ και Β’ Δημοτικού).

 NTOYέΝΤΕ 

ΈΧΕ ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ

Έχω δικαίωμα να πω μια ιστορία;


Όταν είσαι αγόρι ετών δέκα και παίρνεις για δώρο Χριστουγέννων από τη γιαγιά Φώφη ένα ημερολόγιο καταριέσαι την ώρα και τη στιγμή που η σύνταξή της δεν μπήκε στην ώρα της στο λογαριασμό για να σου χαρίσει κάτι άλλο της προκοπής.

Όταν όμως φτάνει καλοκαίρι, οι γονείς σού ανακοινώνουν πως φέτος διακοπές δεν έχει κι ο «πυροβολημένος» κολλητός σου έχει φροντίσει από νωρίς να αδειάσει την πόλη, συνειδητοποιείς πως τα ηλεκτρονικά του κόσμου όλου δεν φτάνουν για να σκοτώσεις τις ώρες σου. Και τότε παίρνεις τη μεγάλη απόφαση. Να κάνεις το ημερολόγιο, βιβλίο! Και τους γονείς σου περήφανους για το κατόρθωμά σου. 

Κι ας γράφεις μέσα πως αν έρθει δεύτερο παιδί στο σπίτι, θα το βάλεις να κοιμάται στην κουζίνα. Κι ας συστήνεις σε όλους τον φανταστικό σου φίλο Ρόμπιν κάνοντάς τον να κρύβεται από την ντροπή του, κι ας αποκαλύπτεις πως τα βιβλία που σας προτείνει η δασκάλα τα διαβάζεις με τη μέθοδο του «φυσήματος». Είναι πολύ απλό. Παίρνεις ένα βιβλίο, διαβάζεις την πρώτη και την τελευταία σελίδα, εισπνέεις γερά και ξεφυλλίζεις το υπόλοιπο φυσώντας δυνατά. Αρπάζεις ό,τι προλαβαίνεις και επαναλαμβάνεις τη διαδικασία προσπαθώντας να βγάλεις κάποιο νόημα. 

Παρακαλώ να μην ακολουθήσεις τη συγκεκριμένη μέθοδο για το «Καλοκαίρι στην πόλη» της Έρικας-Αγγέλικας Γαρμπή (εκδ. Τετράγωνο) γιατί θα χάσεις τα καλύτερα σημεία. Κάνε λοιπόν την έκπληξη. Εξάλλου, πόσες φορές έχεις την ευκαιρία να διαβάσεις ελεύθερα το ημερολόγιο κάποιου άλλου; Και πού ξέρεις, μπορεί τα μυστικά του Πέτρου να κάνουν παρέα με τα δικά σου. Φαντάζεσαι το επόμενο βιβλίο να το γράψεις εσύ; Κι αν δεν πιάνει το χέρι σου, μην ανησυχείς! Θα βρούμε πρόθυμους φίλους να το εικονογραφήσουν. Η Έρικα δεν χρειάστηκε να ψάξει μακριά. Τα παιδιά της έγιναν ζωγράφοι! Γι’ αυτό σου λέω, βάλε εσύ τις λέξεις και τα υπόλοιπα τα βρίσκουμε…


Ο Χρήστος Μπουλώτης-υποψήφιος για το βραβείο Άντερσεν 2012- έφτιαξε έναν λογοτεχνικό ήρωα, τον Άρη, που ορκίζομαι εδώ μπροστά σας πως θα τον αγαπάω για πάντα γιατί κανείς δεν τον πίστεψε πως μια νύχτα ένας γιγάντιος κουραμπιές τον πήγε ταξίδι στο διάστημα, και ξέρεις πόσο άσχημο είναι να μη σε πιστεύουν; Γιατί θέλει να μοιάσει στο θείο Στέφανο που συλλέγει τρενάκια, καβαλάει τη μηχανή του και ζει όπου φυσάει ο άνεμος και όχι χωμένος και χαμένος στα χαρτιά του όπως ο γιάπης πατέρας του. Γιατί φρικάρει που η μαμά του είναι ρατσίστρια επειδή δεν θέλει με τίποτα να συγγενέψει με τον μανάβη. Κι όμως ο Έντι είναι τόσο ερωτευμένος με τη Λία, τη σκυλίτσα του κύριου Οδυσσέα… 

Διαβάζω στο εξώφυλλο του βιβλίου «Ουφ! Οι απίθανες ιστορίες του Άρη»(εκδ. Πατάκη) και φοβάμαι -κι εκείνος το ίδιο φοβάται λόγω της δυσλεξίας του- μήπως το «ουφ» γίνει «φου!» και όλα τα σβήσει. Κι έχω ακόμα τόσα να μάθω για εκείνον, τη γιαγιά του που μασουλάει πατατάκια μπροστά στην τηλεόραση, τον παππού του που φεύγει στα κρυφά τους χειμώνες και πάει για κολύμπι, τον Ευθύμη τον συμμαθητή του που μπουκώνεται στα προφιτερόλ και τη Μαρία από το σχολείο με την οποία ο Άρης μοιράζεται παγωτό χωνάκι στην πλατεία. 

Δε λέω, η Φωτεινή Τίκκου που αποτύπωσε στο χαρτί τα πρόσωπα και κάτι από τις περιπέτειές του, με βοήθησε αρκετά. Όμως ο Άρης ξέρει κι άλλα που πρέπει να μου τα μάθει επειγόντως. Όπως το πώς γίνονται τα παιδιά, πώς γράφεις ραπ μουσική, πώς συμπρωταγωνιστείς με τον Σπάιντερμαν και κυρίως το παιχνίδι «πώς διατηρείς το χαμόγελό σου εν μέσω οικονομικής κρίσης». Αυτό το παιχνίδι όχι μόνο πρέπει να το μάθω αλλά και να το κερδίσω. Επειγόντως και οπωσδήποτε! 


Το παιχνίδι, ο ελεύθερος χρόνος, η διασκέδαση είναι δικαιώματα. Διαβάζοντας το μυθιστόρημα της Άννας Μερτζάνη «Έχω δικαίωμα να πω μια ιστορία;»από τις εκδόσεις Απόπειρα άρχισα να σκέφτομαι πότε σαν ένοχη μεγάλη και πότε σαν αθώο παιδί. Γιατί κι εγώ δυσκολεύομαι να βρω τα όριά μου. Γιατί κι εγώ έχω υπάρξει άδικη.

Δεν το διάβασα γρήγορα γιατί πάντα είχα και κάπου να κοντοσταθώ, κάτι να ζυγίσω, για κάτι να αναρωτηθώ. Έγινα σιωπηλό μέλος μιας παρέας οκτώ παιδιών που συναντήθηκε στην κατασκήνωση κι άρχισε πότε δειλά και πότε περισσότερο δυναμικά να μπαίνει στο νόημα των φράσεων «έχω δικαίωμα, έχω υποχρέωση». Το δικαίωμα στην ταυτότητα, την οικογένεια, την υγεία, την προστασία από τη βία και την εκμετάλλευση έγιναν κεφάλαια που συμπληρώνουν τη δική τους διακήρυξη. 

Η φωνή τους ακούστηκε μέχρι και στο ραδιόφωνο. Τα άρθρα της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού που συνοδεύουν το κείμενο της συγγραφέως πρέπει να ακουστούν παντού. Ξανά και πάλι. Της επανάληψης και της διδαχής. Νιώσε ελεύθερος να τα χιλιοϋπογραμμίσεις. Μιλάμε για τη ζωή σου. Α! Όταν το τελειώσεις, να το δώσεις στη μαμά, τον μπαμπά και στους λοιπούς συγγενείς. Η ανάγνωσή του μοιάζει με πράξη αγάπης. Για τον εαυτό μας. Και κάτι άλλο. Τα σχέδια επιμελήθηκε η Ίρις Σαμαρτζή. Είχα την «υποχρέωση» να το αναφέρω. Είδες; Κάτι μου έμεινε από το κείμενο… 

 NTOYέΝΤΕ 

ΈΧΕ ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ

Παραμύθια της θάλασσας


Η Ευαγγελία Στάθη είναι συγγραφέας. Εκτός από αυτό, είναι και τυχερή. Γιατί έχει καλές φίλες. Μία από αυτές είναι η Ξένια η σουπιά, μόνιμη κάτοικος βυθού, που ξέρει πολύ καλά όσα συμβαίνουν στη θάλασσα και φρόντισε να τα πει και στην Ευαγγελία. Η Ευαγγελία διάλεξε τις δύο καλύτερες ιστορίες, τις έκανε στιχάκια και τις έδωσε στο Βασίλη τον Γρίβα. Ο Βασίλης άφησε τη φαντασία του να χρωματίσει τις σελίδες και κάπως έτσι γεννήθηκε το βιβλίο «Παραμύθια της Θάλασσας» των εκδόσεων ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ.

Πρωταγωνίστρια της πρώτης ιστορίας, η Κατερίνα η ωραία καρχαρίνα. Όλοι τη νομίζουν άγρια-πώς αλλιώς, η φήμη της δεν βοηθάει-κι όλοι την αποφεύγουν. Μόνη της τρώει, μόνη της κοιμάται. Μόνη της γυρίζει στο βυθό ψάχνοντας για παρέα..Μήπως όμως στο βυθό τριγυρίζουν κι άλλα μοναχικά πλάσματα; Εγώ θα σου πω μόνο ότι καμιά φορά ακόμα και καρχαρίες κουράζονται να είναι επικίνδυνοι και τρομακτικοί και θα σε αφήσω να διαβάζεις το παραμύθι με την ησυχία σου.

Η Λαμπρινή η ασημένια αθερίνα είχε κι αυτή τα προβλήματά της. Ένα πρωί εξαφανίστηκε η ασημένια της πινελιά που την έκανε ξεχωριστή και ομορφότερη από κάθε άλλη. Εκείνο το πρωί εξαφανίστηκε μαζί και η χαρά της. Η αθερίνα πλάνταξε στο κλάμα επειδή πίστεψε ότι αφού έχασε τη λαμπρή της πινελιά, έχασε αυτομάτως και την λαμπρή της καριέρα στο θέατρο. Γιατί η Λαμπρινή ήταν θεατρίνα. Καμιά φορά τη λύση τη δίνουν οι Θεοί. Και ο Ποσειδώνας, ο Θεός της θάλασσας, δεν θα μπορούσε να την αφήσει στη λύπη και την απελπισία της.

Δυο έμμετρα παραμύθια που προσπαθούν να ξεπεράσουν το φόβο της μοναξιάς και της ανασφάλειας με φόντο τον πιο ποπ βυθό που συνάντησες ποτέ σε βιβλίο. Και το καταφέρνουν! 

 NTOYέΝΤΕ 

ΈΧΕ ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ

Bασίλης Γρίβας


Τον Βασίλη Γρίβα τον γνώρισα προσωπικά με αφορμή τις εικονογραφήσεις του για τις εκδόσεις ΤΕΤΡΑΓΩΝΟ.  Δεν υπάρχουν σωστές εικόνες, οι δικές του όμως τέτοιες μου έμοιασαν. Άρχισα να αναζητώ δουλειές του και σε άλλους εκδοτικούς. Και ανακάλυψα μια μαγεία σχεδόν οικεία… Η αφορμή της συνέντευξης είναι και η προτροπή-ευχή μου να κάνετε ακριβώς το ίδιο. Εσείς και τα παιδιά. Εσείς, τα παιδιά.

 

Όταν ήσουν μικρός, τι ήθελες να γίνεις όταν μεγαλώσεις; Και τώρα που μεγάλωσες πώς συστήνεις τον εαυτό σου;

Αυτό που πάντα ήθελα ήταν να ζωγραφίζω. Σε όλες τις τάξεις ήμουν ο καλλιτέχνης, αυτός που ασχολείται με τα εικαστικά του σχολείου. Aπό το δημοτικό μέχρι και το λύκειο. Αυτό θυμάμαι να είμαι κι αυτό νιώθω ότι θα είμαι πάντα.

Τι χρειάζεται να έχει ένα παραμύθι για να γίνει αγαπημένο σου και τι για να αρχίσεις να το εικονογραφείς.

Να με βάζει σε ένα κόσμο παραμυθένιο, να μου ανοίγει ένα παράθυρο στο χαρτί που ζωγραφίζω και να με κάνει μέρος της ιστορίας. Αυτό  δεν συμβαίνει πάντα βέβαια, γιατί τόσο εγώ όσο κι οι συνάδελφοι μου, παράπονο το έχουμε να εικονογραφούμε καλογραμμένα κείμενα, σαν τα παραμύθια που άκουγα από παππούδες και γιαγιάδες στα χωριά όταν ήμουν πιτσιρίκι.

Μια εικόνα ισούται με χίλιες λέξεις ή μια λέξη με χίλιες εικόνες;

Κι οι λέξεις κι οι εικόνες έχουν τρομαχτική δύναμη. Ανάλογα το πώς θα τις χρησιμοποιήσεις (Κι άσε τους Κινέζους να λένε). Ο τέλειος συνδυασμός λέξεων κι εικόνων σκοτώνει, κάποιες φορές από κάτι θαυμαστό, και κάποιες από ανία.

Πώς δουλεύεις; Συνθήκες, μουσικές, ατμόσφαιρα.

Δουλεύω στο σπίτι -δεν έχω οχτάωρο υπαλλήλου- ανάλογα με την έμπνευση και το dead line του εκδότη. Πάντα υπάρχει μουσική, όλων των ειδών. Μπαρόκ και trip hop, soul-funk και electro pop. Όταν όμως τα πράγματα δυσκολεύουν και το χέρι πεισματώνει, το πινέλο δεν προχωράει και το σχέδιο που φτιάχνω μοιάζει μουτζούρα, τα λαϊκά του Διονυσίου και του Μαργαρίτη με χαλαρώνουν και με ξεμπλοκάρουν. Όπως στα χειρουργεία που ακούγονται λαϊκά για να πετύχει η εγχείριση κι ο ασθενής να επιβιώσει. Έτσι είναι και με την εικονογράφηση.   

"Τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια αλλά τουλάχιστον δεν είναι ψέματα". Όντως;

Κάπως έτσι είναι, μέρη που θέλουμε να πάμε, ιδέες κι όνειρα. Πράγματα που θέλουμε να έχουμε, που επιθυμούμε. Ή απλοί ήρωες, ποιος δε θα ήθελε να είναι ο Superman ή ο Πήτερ Παν; Nα ζει στη Χώρα των Θαυμάτων ή στη Μέση Γη; Nα βρίσκει το λυχνάρι ή να έχει ένα τεχνητό αηδόνι;

Πόσο σε επηρεάζει ο ρεαλιστικός χώρος-τόπος στον οποίο βρίσκεσαι-ζεις στη διαδικασία της εικονογράφησης ενός χώρου-τόπου απόλυτα φανταστικού;

Η αλήθεια είναι πως η Αθήνα δε με εμπνέει καθόλου, δε μου δημιουργεί εικόνες παραμυθιού. Θυμάμαι μόνο τις διακοπές στο χωριό, τον παππού να σταματάει τη δουλειά στο αλώνι και με μια ντομάτα, τυρί και ψωμί στα χέρια να μου λέει ιστορίες, πραγματικές και φανταστικές. Να προχωράμε στα χωράφια, να μυρίζουμε το χώμα και το φρέσκο αέρα. Να βλέπουμε τα κοπάδια, το γάιδαρο και το άλογο, το Μάρκο. Είμαι τυχερός που έχω ζήσει αυτές τις εικόνες, αυτά τα μέρη, αυτά τα χωριά, τον αγνό τρόπο ζωής της παλιάς Ελλάδας.

Βάλε μας λίγο στο παρασκήνιο. Τι ταξίδι κάνει ένα παραμύθι για να φτάσει από το μυαλό του συγγραφέα στα χέρια των παιδιών;

Το παρασκήνιο δυστυχώς δεν είναι τόσο ειδυλλιακό. Είναι βαρετό, είναι διεκπεραίωση και συναλλαγή, είναι διαπραγμάτευση αμοιβής και πίεση. Εγωισμοί και χαοτικές αντιθέσεις, καθυστερήσεις, νεύρα και πολλά τσιγάρα. Αλλά δεν παύει να είναι και μια σπουδαία ιδέα που ταξιδεύει από το μυαλό και την καρδιά μας σε εκείνα των παιδιών. 

Αγαπημένα χρώματα, αγαπημένα υλικά.

Ακουαρέλες, τέμπερες, μελάνια, υπολογιστής, ταμπλέτα κι όλα τα χρώματα. Ακόμα κι ένας χυμένος καφές στο χαρτί δημιουργεί ένα όμορφο αποτέλεσμα. Ένας χυμένος καφές στο laptop πάλι, δημιουργεί πάρα πολλά προβλήματα.

Άμα τρυπώναμε σπίτι σου, τι θα σε βλέπαμε να ετοιμάζεις;

Ετοιμάζω δυο παραμύθια για διαφορετικούς εκδοτικούς οίκους και δουλεύω το δεύτερό μου παραμύθι, σε κείμενο και εικονογράφηση δικά μου. Λέγεται «Ζαφ, ο Πέρσης γάτος» και πρόκειται να κυκλοφορήσει στην Αμερική αρχικά. Τη δεδομένη στιγμή βέβαια, ετοιμάζω το μεσημεριανό μου.

Τα παιδιά είναι....

Τρυφερά και σκληρά.

 NTOYέΝΤΕ 

ΈΧΕ ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ

Έρη Ρίτσου


Η Μικρή Καμηλοπάρδαλη που δεν έτρωγε το φαγητό της είναι το τρίτο παραμύθι της Έρης Ρίτσου που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κέδρος. 

«Η Νεφέλη ήταν μια χαριτωμένη, μικρή, λεπτή καμηλοπάρδαλη. Ήταν ένα χαρούμενο και ζωηρό καμηλοπαρδαλάκι, που όλη τη μέρα έτρεχε, χοροπηδούσε κι έπαιζε. Ήταν μια ευτυχισμένη καμηλοπαρδαλίτσα, που όλα της φαίνονταν ωραία». 

Έτσι αρχίζει το παραμύθι. Με την πρωταγωνίστρια Νεφέλη να χαζεύει τον πρωινό ήλιο που λάμπρυνε τα πάντα στο δάσος και τις σειρές από μυρμήγκια που κουβαλούσαν σποράκια στις φωλιές τους. Της άρεσε να ακούει τα τραγούδια των πουλιών και των νερών. Μα πιο πολύ της άρεσε να τρέχει πίσω από τη μαμά της. Αυτό που καθόλου δεν άρεσε στη Νεφέλη ήταν να τρώει το φαγητό της. Και όπως σωστά φαντάζεσαι αυτό ήταν κάτι που δεν άρεσε ούτε και στη μαμά της.

Τι παρακάλια, τι φοβέρες πως αν δεν φάει τα φύλλα της δεν θα βγει να παίξει, τι γκρίνιες πως ο λαιμός της θα μείνει κοντός και θα ξεχωρίζει άσχημα απ’ όλο το σόι. Απελπισία. Η Νεφέλη ήταν ικανή να μασουλάει πέντε ώρες μια μπουκιά φυλλαράκι, να το κάνει μπάλα και να το κολλάει στο μάγουλό της. Πεισματάρα και δυστυχής. Όταν ο καιρός άρχισε να ζεσταίνει, τα φυτά να ξεραίνονται και τα φύλλα να λιγοστεύουν, η οικογένεια της Νεφέλης αποφάσισε να μετακομίσει στην άλλη πλευρά του πυκνού δάσους. Έλα όμως που τα ταξίδια έχουν δύσκολες στιγμές και καμιά φορά έχουν και εχθρούς…

Μια τίγρη βάλθηκε να κυνηγάει τη μικρή μας. Η Νεφέλη πίστεψε πως δεν θα τα καταφέρει. Τα πόδια της βλέπεις, δεν την κρατούσαν. Όμως είναι φορές που ο φόβος σού δίνει φτερά. Έτσι κι έγινε. Έτρεξε όσο ποτέ άλλοτε για να προφυλάξει τον εαυτό της. Και τα κατάφερε. Κατάφερε όμως και κάτι άλλο, εξίσου σημαντικό. Κατάφερε να βλέπει τα φύλλα νόστιμα και το φαγητό απαραίτητο. Κατάφερε να καταλάβει πως όταν μένει κανείς με άδειο στομάχι, μένει και άδειος από δυνάμεις. Και αυτό είναι κάτι που ο καθένας μας το καταλαβαίνει από μόνος του, συμφωνώ. Το αίσιο τέλος όμως της ιστορίας, ίσως μας βοηθήσει να το καταλάβουμε πιο γρήγορα.

 NTOYέΝΤΕ 

ΈΧΕ ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ

Το τρι το τριγωνάκι


Ο Τρι το τριγωνάκι ήθελε πάση θυσία να πει τα κάλαντα. Ήταν το μεγάλο του όνειρο. Κι όπως πολλά μεγάλα μας όνειρα, έτσι κι αυτό έμενε ακίνητο στη βιτρίνα του καταστήματος. Κανείς δεν το αγόρασε, κανένα παιδικό χέρι δεν του έδωσε ζωή, πέρασε ακόμα και η Πρωτοχρονιά. 

Τα όνειρα όμως δεν περνάνε τόσο εύκολα γι’ αυτό και μετά από επιμονή μιας χριστουγεννιάτικης μπάλας, ο Τρι βρίσκει ευκαιρία να τρυπώσει έξω από το κατάστημα για να ψάξει τον ακροατή εκείνο που θέλει να ακούσει το μήνυμα της αγάπης που κουβαλούν τα κάλαντα. Ακόμα και εκτός γιορτών.

Ο Γιώργος Κατσέλης γράφει ένα παραμύθι που ονειρεύεται έναν κόσμο με πιο ζεστές καρδιές και ο Μανώλης Ζουλάκης εικονογραφεί το όνειρο του συγγραφέα παρέα με βιαστικούς Άγιους Βασίληδες, άδεια κουτιά σπίρτων και λευκούς αγγέλους. Κι εσύ διαβάζεις, συγκινείσαι και αρχίζεις να μπαίνεις στο κλίμα των ημερών.

NTOYέΝΤΕ 

ΈΧΕ ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ

Π.Ο.Π Καφέ

Μέρες γιορτής, μέρες αργίας. Που πέρασαν, που θα ξανάρθουν. Τι κι αν τα έκανες όλα σωστά. Στόλισες και στολίστηκες to fit in. Μα πάλι εξόριστος. Και η ανάγκη του ανήκειν γίνεται κατάρα. Σαν αυτές που τριγυρίζουν στα παραμύθια. Νιώθεις Διαφορετικός; Ξένος; Αποκλεισμένος; Το ίδιο ήμασταν κι εμείς πριν βρούμε ένα στέκι. Της Ελπινίκης το ΠΟΠ ΚΑΦΕ, των διαφορετικών το στέκι.

Η Ζέφη Κόλια αγάπησε τα μοναχικά πλάσματα- εκείνα που ξέφυγαν από τους κανόνες των μύθων- τα μάζεψε στο Μαγεμένο της Δάσος και τα συγκέντρωσε στο Π.Ο.Π. ΚΑΦΕ (εκδ. Κέδρος). Στο στέκι των παράξενων όλου του παραμυθοντουνιά. Αν οι ύστερες μέρες των γιορτών ζουν στο απόηχο μιας κάποιας μαγικής μελαγχολίας, το ένστικτο της αυτοσυντήρησης αναλαμβάνει δράση στο πιο νόστιμο βιβλίο. Νόστιμο γιατί γράφτηκε σε φύλλα τυρόπιτας με μελάνι από πονηρή σουπιά.

Καλές οι Χιονάτες, οι Σταχτοπούτες και οι λοιπές αιώνιες ντίβες. Καλοί κι οι ιππότες-θεματοφύλακες γενναιότητας κι ανδρείας. Υπάρχουν όμως κι άλλοι. Όπως η Κατίνα, η παράφωνη σειρήνα. Η Τζίνα, το τζίνι του τζιν που με τόσο αλκοόλ ξέχασε όλα της τα ξόρκια. Ο Μάνος, ο νάνος που δεν κατάφερε να μπει στους εφτά της φημισμένης ιστορίας. Ο Βελόνιους-Λι, το φάντασμα της R’ n’ B’ που βαρέθηκε να ζει στα υπόγεια του MTV.

Υπάρχουν τόσα πλάσματα-παραμυθένια κι ανθρώπινα- διάσπαρτα στον κόσμο που τα ενώνει η διαφορετικότητα και η μοναξιά τους. Και που κάποιος, κάποτε πρέπει να αναλάβει να μας μαζέψει σε αγκαλιά. Στο Π.Ο.Π. καφέ το κάνει η Ελπινίκη, η αντισυμβατική νεράιδα και ένα κίτρινο ταχυδρομικό περιστέρι που ταξιδεύει στους ουρανούς να δώσει το χαρμόσυνο μήνυμα ότι υπάρχει στέκι για όλους.

Στην αληθινή αλήθεια, που η Ελπινίκη υπάρχει μόνο ως ετυμολογική προοπτική, αρκεί να έχεις ψηλά το κεφάλι, ενεργοποιημένες τις αλληλέγγυες κεραίες σου και ανοιχτό το μυαλό σου για να αναγνωρίσεις όχι τους ομοίους σου αλλά τους ξένους σε σένα. Κι ίσως τότε νιώσεις λιγότερη μοναξιά. Γιατί, τώρα δεν είσαι μόνος σου. Είμαστε μια παρέα. Έλα κι εσύ. Εγώ, έβγαλα ήδη κάρτα μέλους. Για περισσότερες πληροφορίες εγγραφής, παρακαλώ ν’ απευθυνθείτε στα βάθη της πιο pop παιδικής σας καρδιάς.

NTOYέΝΤΕ 

ΈΧΕ ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ

Ασπασία Βασιλάκη: Ο κύριος Μάνος Μόνος


Η συγγραφέας Ασπασία Βασιλάκη αποφάσισε να γράψει την ιστορία του κύριου Μάνου «για τους μεγάλους που τρέχουν χωρίς ποτέ να φτάνουν, και για τους μικρούς, που αγαπούν το τρέξιμο έτσι κι αλλιώς» όπως ενημερώνει η ίδια στην αρχή του βιβλίου. 

Ο κύριος Μάνος Μόνος  (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ) είναι ένας σύγχρονος ήρωας που λατρεύει όσο τίποτα την ψηφιακή ζωή. Ζει από τον υπολογιστή, διασκεδάζει μαζί του, πέφτει κοιμάται και ξανά τα ίδια. Ώσπου έρχεται η μέρα της υποχρεωτικής του άδειας. Κρατά τις μη εργάσιμες μέρες στα χέρια του και δεν ξέρει τι να τις κάνει. Και αποφασίζει να πάει στο πάρκο. Το happy end και ο εκπαιδευτικός σκοπός του παραμυθιού μας λένε ότι πολύ καλά έκανε.

 Ένα παραμύθι για τους ανθρώπους που μοιάζουν να φοβούνται όλο και περισσότερο να λειτουργήσουν εκτός πρίζας και οθόνης. Μια κυρία Μόνη Μόνη που βγήκε και εκείνη πρώτη φορά στο πάρκο. Και μια ζωή που είναι παντού εκεί έξω και μας περιμένει να τη μοιραστούμε.

Ο εικονογράφος Βασίλης Γρίβας μπαίνει στο ψηφιακό κλίμα της ιστορίας με έκπληξη, συγκίνηση και λιγότερη μοναξιά κάνοντάς μας να αναλογιστούμε τις επόμενές μας κινήσεις με περισσότερη τρυφερότητα.

NTOYέΝΤΕ 

ΈΧΕ ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ

Η Φιοντόρα δεν το βάζει κάτω


Και τώρα; Τι θα κάνει η Φιοντόρα;

Το σίγουρο είναι πως δεν θα το βάλει κάτω. Γιατί εσύ το κουράγιο σου μια χαρά μπορεί να το χάνεις η γουρουνίτσα όμως της ιστορίας με τα ροζ μαγουλάκια και τον κατακόκκινο φιόγκο έχει μεγάλα σχέδια. Ακόμα κι όταν τίποτα δεν της πάει καλά.

Ακόμα κι όταν το αγαπημένο της φόρεμα έχει έναν ξεχασμένο και τεράστιο λεκέ από κακάο. Η Φιοντόρα θα ρίξει από πάνω ένα κασκόλ και θα φτιάξει μόδα.

Ακόμα κι όταν το εξαπλό της σάντουιτς δεν χωράει στο ταπεράκι της. Η Φιοντόρα θα χαμηλώσει λιγάκι τους ορόφους του. Και με τετραώροφο ωραιότατα χορταίνει.

Ακόμα κι όταν στη μέση του δρόμου θυμάται πως βγήκε με άπλυτα δόντια. Η Φιοντόρα θα χτυπήσει το κουδούνι της φίλης της για την έξτρα οδοντόβουρτσα.

Ακόμα κι όταν φτάνει στο ταμείο του ανθοπωλείου για να πληρώσει και χτυπάει το πόδι της κάτω επειδή το πορτοφόλι της είναι άδειο. Θα ανταλλάξει τους δυο ορόφους από το τετραπλό της σάντουιτς με τρία λουλούδια και μια καραμέλα.

Η Φιοντόρα μέχρι να καταφέρει να φτάσει στα γενέθλια της γιαγιάς της θα περάσει άλλα τόσα. Και σε όλα θα βρει τη δική της μοναδική λύση. 

Το παραμύθι της Φραντσίσκα Μπίρμαν (εκδ. ΚΕΔΡΟΣ) απευθύνεται σε παιδιά από 3 ετών. Κι εσύ που είσαι αρκετά παραπάνω, φτάνοντας στην τελευταία του σελίδα, θα μάθεις ότι η καθημερινότητα μάς θέλει ευέλικτους, φιλικούς, αλληλέγγυους και εφευρετικούς. Και πως τα εμπόδια δεν είναι για να μας ρίχνουν αλλά για να μας στέλνουν, βήματα πέρα.

«Η Φιοντόρα δεν το βάζει κάτω!» ΕΣΥ; 

NTOYέΝΤΕ 

ΈΧΕ ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ

Η Βαλεντίνα στη Νέα Υόρκη - Η Βαλεντίνα στο Παρίσι 

Με ξεναγό τη Βαλεντίνα, τα παιδιά κλείνουν εισιτήριο για δυο από τις μεγαλύτερες πόλεις. Επειδή διακοπές σημαίνει και ταξίδι. Επειδή τα παιδιά, πριν απ’ όλους, διψάνε να γνωρίσουν τον κόσμο. 

Η Βαλεντίνα ταξιδεύει στη Νέα Υόρκη και το Παρίσι σε κείμενα της Anaxtu Zabalbeascoa και εικόνες της Patricia Geis. Και οι εκδόσεις Gema, μέσα από τα δύο αυτά βιβλία, εκπαιδεύουν τους σύγχρονους μικρούς ταξιδιώτες.

Η Βαλεντίνα κερδίζει σε ένα κουτί δημητριακών εισιτήρια για τη Νέα Υόρκη. Παρέα με τον κολλητό της φίλο Θωμά και τη δεσποινίδα Υακίνθη ανακαλύπτει το Big Apple. Από το αεροπλάνο κιόλας διακρίνεται το Άγαλμα της Ελευθερίας. Με αφετηρία το ξενοδοχείο τους, που βρίσκεται στο θεατρόφιλο και μουσικόφιλο Broadway, περνούν τη γέφυρα των 150.000 αυτοκινήτων, δηλαδή τη γέφυρα του Μπρούκλιν και φτάνουν στο νησί. Ποιο νησί; Μα στο Μανχάταν φυσικά! Ένα απρόσμενο συμβάν στο Σέντραλ Παρκ, το μεγαλύτερο πάρκο της Νέας Υόρκης, θα οδηγήσει την παρέα σε μερικά από τα βασικότερα αξιοθέατα της πόλης. 

Από την κορυφή και τα 1.860 σκαλοπάτια του Empire State Building στα χαρτονομίσματα της Γουόλ Στρητ και το στιλάτο χρυσοχοείο Tiffany’s. Στο ΜΟΜΑ η Βαλεντίνα θαυμάζει τα έργα του Άντι Γουόρχολ και η Υακίνθη εντυπωσιάζεται από τους πίνακες του Τζάκσον Πόλοκ. Και μπορεί η παρέα να μην πρόλαβε να κάνει πατινάζ στην πίστα απέναντι από τον ουρανοξύστη Ροκφέλερ και να την έβγαλε με ντόνατς και hot dog αντί να δοκιμάσει τις κινέζικες νοστιμιές της Chinatown , άφησε όμως για σας ένα χάρτη κι έναν οδηγό με τα καλύτερα παιχνίδια, φαγητά και κτίρια της πόλης και μαζί ένα μίνι λεξιλόγιο που θα κάνει τις προσπάθειές σας να συνεννοηθείτε στα αγγλικά πιο πετυχημένες.

 

Η Βαλεντίνα ταξιδεύει και στο Παρίσι αυτή τη φορά με τους γονείς της. Ανεβαίνει στον Πύργο του Άιφελ και μαθαίνει τα μυστικά του. Εσείς το ξέρατε ότι όταν πρωτοχτίστηκε από τον Γκουστάβ Άιφελ το 1889 δεν άρεσε σε κανέναν; Επισκέπτεται το μουσείο του Λούβρου και προσπαθεί να μαντέψει γιατί η Μόνα Λίζα δεν είναι χαρούμενη αφού βρίσκεται σε μια τόσο ονειρεμένη πόλη. Στην προσπάθειά της όμως να κατανοήσει το μυστήριο του διάσημου αυτού πορτρέτου του Ντα Βίντσι, χάνει τους γονείς! Εσείς βέβαια, αν θέλετε το δικό σας πορτρέτο, αρκεί να πάτε στη Μονμάρτη όπου και θα βρείτε δεκάδες καλλιτέχνες πρόθυμους να το φιλοτεχνήσουν.

Με την κάρτα του ξενοδοχείου στο χέρι, θα βρεθεί στη λάθος μεριά του Σηκουάνα και θ’ ανέβει στο καμπαναριό της Νοτρ-Νταμ. Από εκεί θα ξεχωρίσει το κέντρο Πομπιντού που μοιάζει με τεράστια «πολύχρωμη μηχανή» και θα κάνει μια παράκαμψη για να το επισκεφτεί. Εκεί όμως έμελλε να την περιμένει μια μεγάλη έκπληξη που θα έβαζε την Βαλεντίνα στον λαμπερό κόσμο  της υψηλής ραπτικής. Από τουρίστρια, εξώφυλλο περιοδικού! Γιατί στο Παρίσι όλα είναι πιθανά… Και επειδή οι Γάλλοι δεν ξέρουν μόνο από μόδα αλλά και από κουζίνα, η Βαλεντίνα φρόντισε να μην ξεχάσετε να δοκιμάσετε κρουασάν με σοκολάτα και κρέπες με ζάχαρη γι αυτό και το σημείωσε στον οδηγό της. Μαζί με πληροφορίες για διάσημα καφέ, βόλτες με πλοίο στο Σηκουάνα και πολλά άλλα συνοδεία ενός λεξιλογίου που θα σας ανοίξει την όρεξη να μάθετε κι εσείς γαλλικά.

Στο τέλος των βιβλίων σάς περιμένουν, εκτός από τους ταξιδιωτικούς οδηγούς της Βαλεντίνας, χάρτες, καρτ-ποστάλ και σουβενίρ από τη Νέα Υόρκη και το Παρίσι. Καλό Ταξίδι!

NTOYέΝΤΕ 

ΈΧΕ ΤΟ ΝΟΥ ΣΟΥ ΣΤΟ ΠΑΙΔΙ

Οι μουσικοί του δάσους


Πέρυσι τέτοια εποχή, ένας νέος εκδοτικός οίκος για παιδιά έκανε την εμφάνισή του. Με έδρα την Καλαμάτα, οι εκδόσεις ΚΟΚΚΙΝΟ κατάφεραν σε ένα μόλις χρόνο να μπουν με φαντασία, πρωτοτυπία και το απαραίτητο French touch στη λίστα με τα αγαπημένα.

Βιβλία που δεν χρειάζεται να ευχηθείς να ήσουν παιδί για να τα απολαύσεις. Βιβλία που απολαμβάνεις ούτως ή άλλως γιατί κάνουν αυτό ακριβώς που πρέπει να κάνει κάθε παραμύθι. Σε βάζουν σε δεύτερες  σκέψεις. Κι ας είσαι έτοιμος να πατήσεις τα πέντε ή τα πενήντα, τα οκτώ ή τα εκατό.

Όπως συμβαίνει στην ινδική διασκευή του παραμυθιού των Αδερφών Γκριμ «Οι μουσικοί του δάσους» των Sirish Rao. Τέσσερα ζώα-άγνωστα μεταξύ τους-ένας γέρικος σκύλος, μια αγελάδα που δεν έχει άλλο γάλα να δώσει,  ένας γάιδαρος που δεν μπορεί πια να πάρει τα πόδια του κι ένας κόκορας που έπαψε να ξεχωρίζει τη μέρα από τη νύχτα βρίσκονται στο δρόμο από τα ίδια τους τα αφεντικά. Ναι, σωστά υποψιάστηκες την αιτία. Επειδή δεν ήταν χρήσιμα πια. Γιατί ο χρόνος είναι άδικος και βίαιος ακόμα και στα παραμύθια.

Τα ζώα έγιναν παρέα, άφησαν την περιοχή των σπιτιών και προχώρησαν στην καρδιά του δάσους. Είδαν φως στο ξέφωτο και όχι μόνο φως. Είδαν ληστές να μετράνε τα σακιά τους και να τσακώνονται στη μοιρασιά για το χρυσό και τα κοσμήματα που είχαν κλέψει. Και όταν βλέπεις το άδικο και το λάθος, κι ας είσαι κάποιας ηλικίας, έχεις χρέος να το πολεμήσεις. Όμως τα ζώα, που άλλα όπλα δεν είχαν, κατέφυγαν στη φάλτσα φωνή τους. Τραγούδησαν τόσο άσχημα και τόσο απαίσια που οι ληστές όπου φύγει φύγει.

Τα αφεντικά αναγνώρισαν περήφανα και την περιουσία τους και τα ζωντανά τους. Όμως ήταν πλέον αργά. Κανένα τους δεν είχε τη διάθεση να γυρίσει πίσω. Οι ανάγκες τους δεν ήταν πια οι ίδιες. Έκαναν σπίτι τους την καλύβα του δάσους, έκαναν παρέα μεταξύ τους και εκτός από την ανακάλυψη της αξίας τους και της αλληλεγγύης ανακάλυψαν και μια νέα τέχνη. Εκείνη της μουσικής. Τέχνη που αποφάσισαν να εξασκούν εντατικά δίνοντας κάθε μέρα και από μία συναυλία.

Η εικονογράφηση, με τη χαρακτηριστική τεχνοτροπία της φυλής Γκοντ, ανήκει στη βραβευμένη Ντούργκα Μπαϊ, τα συμπεράσματα περί χρόνου, ιδιοκτησίας και μοναξιάς ανήκουν σ’ εσάς και τα ευχετήρια «χρόνια πολλά»  στις εκδόσεις ΚΟΚΚΙΝΟ για τον ένα χρόνο ζωής τους στον μυαλό και τον εκδοτικό χάρτη μας.

exit news

Jnk Artworks 

Ο αγαπημένος του αριθμός είναι το 27. Τόσες και οι αφορμές για εξηγήσεις, κατανοήσεις, δηλώσεις. Λέξεις κλειδιά:Art is need, Jnk Artworks, Art is hard. Αναζήτησε τα έργα του αγαπημένου μας ψηφιακού καλλιτέχνη εδώ jnk2007artworks.yolasite.com και λύσε τυχόν απορίες σχετικά με τις ερωτήσεις. Ναι, αυτό σημαίνει πως το κλικ στη σελίδα του θα πρέπει να προηγηθεί της παρακάτω ανάγνωσης.

• Τo know you better

Το όνομά μου είναι Γιώργος Μυλωνάς, είμαι από ένα μικρό χωριουδάκι της Δράμας που λέγεται Πλατανιά και προς το παρόν ζω στη Θεσσαλονίκη και εργάζομαι ως graphic designer.

• Digital art is…

Flexible art…

•  Μολύβι

Απαραίτητο εργαλείο.

  Καμβάς

Αγαπημένο υλικό για την εκτύπωση των έργων μου. Μ αρέσει η υφή του.

•  Μοτίβα

Bούλες, ρίγες, κουτάκια.

•   Έμπνευση

Συνήθως μ’ επισκέπτεται όταν έχω έντονα συναισθήματα. Αυτό μπορεί να γίνει και ακούγοντας ένα τραγούδι.

•  Illustrator

Ένας μικρός όμορφος κόσμος.

•  Ανακάλυψη

Ευτυχία. Ειδικά όταν σπας ατελείωτες ώρες το κεφάλι σου για να βρεις αυτό που θέλεις και τελικά τα καταφέρνεις.

• Συμβαίνει τώρα

Στρίβω τσιγάρο.

• Κλασική ζωγραφική

Δ/Ξ – Δ/Α.

• Αιώνιοι αγαπημένοι

Γη και Σελήνη.

• Ο κόσμος σού θυμίζει

Πως όλοι είμαστε τόσο διαφορετικοί, όμως και τόσο ίδιοι.

 Ποτέ των ποτών

 Δεν θα ξεχάσω τα χαμόγελα της μητέρας μου και του πατέρα μου.

•  Puscifer

Και ξηρό κρασί.

•  Electricancer

Οι μουσικές μου ανησυχίες. Πειραματισμοί και ό,τι βγει.

 

prog

•  Progressive slavery

Ουέ και αλίμονο.

•  Viva la revolution

Όταν χάσουμε τον καναπέ κάτω από τον κώλο μας, ίσως ανοίξουν τα μάτια μας. Αν δεν είναι πολύ αργά…

•  Σκάστε

Και αντί να διχάζεστε, ενωθείτε.

viva

•  Revolution is dead

Ναι. Ο καναπές έχει το προβάδισμα…ακόμα.

• Keep carrying your hopes

Οι ελπίδες που μάς υπόσχονται….

• Law of the jungle

Για κάποιους οι νόμοι ισχύουν. Για άλλους όχι.

ter

 Wanted for terrorism

Και λείπουν πολλά άτομα ακόμα…

• My heart belongs to you

Γενικά στους ανθρώπους που με στηρίζουν με τον τρόπο τους σ‘ αυτό που κάνω και με ωθούν να το συνεχίσω και ειδικά κάπου αλλού που δεν θα σου πω γιατί είναι μυστικό αν θες να μάθεις!

 

rap

•   Art is need

Είναι η ανάγκη για έκφραση. Η τροφή της ψυχής.

•   Art is hard

26-27-28 Απριλίου, Θεσσαλονίκη, λιμάνι, αποθήκη 9. Ανυπομονώ. Είναι δώρο γενεθλίων φέτος.

ekthesi

•   Κατά παραγγελία

Πολλά και διάφορα. Συνήθως λογότυπο, αφίσα ή πορτρέτο.

•   What’s next?

Γυρίζω τη σελίδα και μπαίνω στο κυρίως θέμα.